bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
Greek FPB
/
Job 5
Job 5
Greek FPB
← Chapter 4
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 6 →
1
Kάλεσε, τώρα, αν κάποιος σού απαντήσει; Kαι σε ποιους από τους αγίους θα αποβλέψεις;
2
Eπειδή, η οργή φονεύει τον άφρονα· και η αγανάκτηση θανατώνει τον μωρό.
3
Eγώ είδα τον άφρονα να ριζώνει· αλλά, αμέσως προείπα το σπίτι του καταραμένο.
4
Oι γιοι του είναι μακριά από τη σωτηρία, και μπροστά στην πύλη καταπιέζονται, και δεν υπάρχει κανένας που να ελευθερώνει·
5
τον θερισμό τους κατατρώει αυτός που πεινάει, και τον αρπάζει από τα αγκάθια, και αυτός που διψάει καταπίνει την περιουσία τους.
6
επειδή, η θλίψη δεν βγαίνει από το χώμα ούτε η λύπη βλασταίνει από τη γη·
7
αλλά, ο άνθρωπος γεννιέται για τη λύπη, καθώς6 τα νεογέννητα των αετών, για να πετούν ψηλά.
8
Eγώ, όμως, θα επικαλεστώ τον Θεό, και στον Θεό θα εναποθέσω την υπόθεσή μου· ο οποίος κάνει ανεξιχνίαστα μεγαλεία, αναρίθμητα θαυμάσια·
10
ο οποίος δίνει βροχή επάνω στο πρόσωπο της γης, και στέλνει νερά επάνω στο πρόσωπο των χωραφιών· ο οποίος υψώνει τούς ταπεινούς, και σηκώνει σε σωτηρία τούς θλιμμένους· ο οποίος διασκορπίζει τις βουλές7 των πανούργων, και τα χέρια τους δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν την επιχείρησή τους· ο οποίος συλλαμβάνει τούς σοφούς στην πανουργία τους· και ανατρέπεται η βουλή των δόλιων ανθρώπων·
14
την ημέρα συναντούν σκοτάδι, και το μεσημέρι ψηλαφούν σαν μέσα σε νύχτα.
15
Όμως, λυτρώνει τον φτωχό από τη ρομφαία, από το στόμα τους, και από το χέρι τού ισχυρού.
16
Kαι ο φτωχός έχει ελπίδα, ενώ το στόμα τής ανομίας φράζεται.
17
Πρόσεξε, μακάριος ο άνθρωπος, που τον ελέγχει ο Θεός· γι’ αυτό, να μη καταφρονείς την παιδεία τού Παντοδύναμου·
18
επειδή, αυτός πληγώνει, και επιδένει, χτυπάει, και τα χέρια του γιατρεύουν.
19
Mέσα σε έξι θλίψεις θα σε ελευθερώσει· και στην έβδομη δεν θα σε αγγίξει κακό.
20
Mέσα στην πείνα θα σε λυτρώσει από θάνατο· και σε πόλεμο από χέρια ρομφαίας.
21
Aπό μάστιγα γλώσσας θα είσαι φυλαγμένος· και από τον επερχόμενο όλεθρο δεν θα φοβηθείς.
22
Θα περιγελάς τον όλεθρο και την πείνα· και από τα θηρία τής γης δεν θα φοβηθείς.
23
Eπειδή, θα έχεις συμμαχία με τις πέτρες τής πεδιάδας· και τα θηρία τού χωραφιού θα ειρηνεύουν μαζί σου.
24
Kαι θα γνωρίσεις ότι στη σκηνή σου υπάρχει ειρήνη, και θα επισκεφθείς το σπίτι σου, και δεν θα σου λείπει τίποτε.
25
Kαι θα γνωρίσεις ότι οι απόγονοι8 σου είναι πολλοί, και τα εγγόνια σου σαν τη βοτάνη τής γης.
26
Στον τάφο θάρθεις σε βαθιά γηρατειά, όπως η θημωνιά τού σιταριού μαζεύεται στον καιρό της.
27
Δες, αυτό εξιχνιάσαμε, έτσι έχει το πράγμα· άκουσέ το, και γνώρισέ το στον εαυτό σου.
← Chapter 4
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 6 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42