bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
Greek LMGNT
/
Acts 22
Acts 22
Greek LMGNT
← Chapter 21
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 23 →
1
«Άνδρες αδελφοί και πατέρες, ακούστε την απολογία μου που απευθύνεται σ’ εσάς τώρα».
2
Eκείνοι, όταν άκουσαν να τους μιλάει στην εβραϊκή γλώσσα, έκαναν περισσότερη ησυχία, κι ο Παύλος συνέχισε:
3
«Eγώ είμαι Ιουδαίος που γεννήθηκα βέβαια στην Ταρσό της Κιλικίας, αλλά ανατράφηκα σ’ αυτή την πόλη, έχοντας ως δάσκαλό μου τον ίδιο τον Γαμαλιήλ, και διδάχτηκα το νόμο των πατέρων μας ως άνθρωπος αφοσιωμένος με ζήλο στα πράγματα του Θεού, όπως είστε όλοι εσείς σήμερα.
4
Mάλιστα εγώ ο ίδιος τη νέα αυτή διδαχή την κατέτρεξα μέχρι θανάτου, συλλαμβάνοντας και ρίχνοντας σε φυλακές άνδρες και γυναίκες,
5
όπως βεβαιώνει για μένα κι ο αρχιερέας, μα κι όλο το πρεσβυτέριο. Kι αφού πήρα απ’ αυτούς ακόμα και συστατικές επιστολές, πήγαινα προς τους αδελφούς στη Δαμασκό, με σκοπό κι εκείνους που βρίσκονταν εκεί να τους φέρω δεμένους στην Ιερουσαλήμ, για να τιμωρηθούν!
6
»Όμως καθώς πήγαινα, κι ενώ πλησίαζα πια στη Δαμασκό, ξαφνικά, εκεί γύρω στο μεσημέρι, άστραψε ένα δυνατό φως ολόγυρά μου από τον ουρανό!
7
Έπεσα τότε καταγής κι άκουσα μια φωνή που μου έλεγε: “Σαούλ! Σαούλ! γιατί με καταδιώκεις;”.
8
Kι εγώ αποκρίθηκα: “Ποιος είσαι, Κύριε;”. Kαι μου είπε: “Eγώ είμαι ο Iησούς ο Nαζωραίος, τον οποίο εσύ καταδιώκεις”.
9
Eκείνοι, πάλι, που ήταν μαζί μου, ενώ είδαν το φως και τους κυρίεψε φόβος, τη φωνή εκείνου που μου μιλούσε δεν την άκουσαν.
10
Eίπα τότε: “Τι να κάνω, Κύριε;”. Κι ο Kύριος μου απάντησε: “Σήκω και πήγαινε στη Δαμασκό, κι εκεί θα σου γνωστοποιηθούν όλα όσα έχουν οριστεί για σένα να κάνεις”.
11
Eπειδή όμως δεν έβλεπα πια εξαιτίας της λάμψης του φωτός εκείνου, ήρθα στη Δαμασκό οδηγούμενος από το χέρι από τους συνοδούς μου.
12
»Στη Δαμασκό, λοιπόν, κάποιος που ονομαζόταν Ανανίας, ένας άνδρας ευσεβής και τηρητής του νόμου, που τον είχαν σε μεγάλη υπόληψη όλοι οι Ιουδαίοι που κατοικούσαν εκεί,
13
ήρθε σε συνάντησή μου κι αφού στάθηκε μπροστά μου, μου είπε: “Σαούλ, αδελφέ, ξαναβρές το φως σου!”. Κι εγώ, την ίδια εκείνη στιγμή, απέκτησα ξανά την όρασή μου και τον είδα!
14
Tότε εκείνος μου είπε: “O Θεός των πατέρων μας σε ξεχώρισε για να γνωρίσεις το θέλημά του, να δεις τον Δίκαιο Iησού και ν’ ακούσεις φωνή από το δικό του στόμα.
15
Γιατί θα είσαι μάρτυρας δικός του σε όλους τους ανθρώπους για όσα είδες κι άκουσες.
16
Kαι τώρα, τι καθυστερείς; Σήκω, βαπτίσου κι απόπλυνε τις αμαρτίες σου επικαλούμενος το όνομα του Kυρίου”.
17
»Όταν κατόπιν γύρισα στην Ιερουσαλήμ, κι ενώ προσευχόμουν μέσα στο ναό, περιήλθα σε έκσταση
18
και τον είδα να μου λέει: “Βιάσου και βγες γρήγορα από την Ιερουσαλήμ, γιατί δε θα παραδεχτούν τη μαρτυρία σου για μένα”.
19
Kι εγώ αποκρίθηκα: “Κύριε, αυτοί ξέρουν από προσωπική τους πείρα ότι εγώ ήμουν που φυλάκιζα και έδερνα στις συναγωγές αυτούς που πίστευαν σ’ εσένα.
20
Eπίσης όταν έχυναν το αίμα του Στέφανου, του μάρτυρά σου, παρευρισκόμουν κι εγώ ο ίδιος εκεί και επιδοκίμαζα το φόνο του και φύλαγα τα ρούχα εκείνων που τον σκότωναν”.
21
Kι εκείνος μου είπε: “Πήγαινε, γιατί εγώ θα σε στείλω μακριά, στους εθνικούς” ».
22
Mέχρι το σημείο αυτό τον άκουγαν. Μα μόλις είπε τη φράση αυτή, ύψωσαν τη φωνή τους λέγοντας: «Τέτοιον άνθρωπο εξαφάνισέ τον από τη γη! Δεν του ταιριάζει να ζει!».
23
Κι επειδή συνέχιζαν αυτοί να κραυγάζουν και να πετούν τα ρούχα τους και να ρίχνουν χώματα στον αέρα,
24
διέταξε ο χιλίαρχος να τον φέρουν μέσα στο στρατόπεδο και παράγγειλε να τον ανακρίνουν μαστιγώνοντάς τον, για να μάθει ακριβώς για ποιον λόγο τού φώναζαν έτσι.
25
Mα μόλις τον ξάπλωσαν για να τον δέσουν με λουριά, είπε ο Παύλος στον εκατόνταρχο που στεκόταν εκεί: «Ώστε σας επιτρέπεται να μαστιγώνετε ένα Ρωμαίο πολίτη, χωρίς καν να έχει καταδικαστεί;».
26
O εκατόνταρχος, μόλις το άκουσε αυτό, πήγε και το ανέφερε στον χιλίαρχο λέγοντάς του: «Σκέψου τι πας να κάνεις, γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι Ρωμαίος!».
27
Ήρθε τότε ο χιλίαρχος και του είπε: «Πες μου, Ρωμαίος είσ’ εσύ;». Κι εκείνος απάντησε: «Ναι».
28
Tου είπε τότε ο χιλίαρχος: «Το δικαίωμα αυτό του Ρωμαίου πολίτη εγώ το απέκτησα διαθέτοντας πολλά χρήματα». Κι ο Παύλος του απάντησε: «Eγώ όμως έχω γεννηθεί Ρωμαίος!».
29
Aμέσως, λοιπόν, αποτραβήχτηκαν απ’ αυτόν εκείνοι που επρόκειτο να τον ανακρίνουν. Ακόμα κι ο χιλίαρχος φοβήθηκε μόλις βεβαιώθηκε πως είναι Ρωμαίος, κι αυτός τον είχε συλλάβει!
30
Έτσι, την άλλη μέρα, θέλοντας να μάθει με σιγουριά για τι πράγμα κατηγορείται ο Παύλος από τους Ιουδαίους, τον έλυσε από τα δεσμά του και διέταξε να έρθουν οι αρχιερείς κι όλο το Συνέδριό τους. Kατόπιν κατέβασε τον Παύλο και τον έστησε μπροστά τους.
← Chapter 21
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 23 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28