bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
Greek Modern 1904
/
Psalms 119
Psalms 119
Greek Modern 1904
← Chapter 118
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 43
Chapter 44
Chapter 45
Chapter 46
Chapter 47
Chapter 48
Chapter 49
Chapter 50
Chapter 51
Chapter 52
Chapter 53
Chapter 54
Chapter 55
Chapter 56
Chapter 57
Chapter 58
Chapter 59
Chapter 60
Chapter 61
Chapter 62
Chapter 63
Chapter 64
Chapter 65
Chapter 66
Chapter 67
Chapter 68
Chapter 69
Chapter 70
Chapter 71
Chapter 72
Chapter 73
Chapter 74
Chapter 75
Chapter 76
Chapter 77
Chapter 78
Chapter 79
Chapter 80
Chapter 81
Chapter 82
Chapter 83
Chapter 84
Chapter 85
Chapter 86
Chapter 87
Chapter 88
Chapter 89
Chapter 90
Chapter 91
Chapter 92
Chapter 93
Chapter 94
Chapter 95
Chapter 96
Chapter 97
Chapter 98
Chapter 99
Chapter 100
Chapter 101
Chapter 102
Chapter 103
Chapter 104
Chapter 105
Chapter 106
Chapter 107
Chapter 108
Chapter 109
Chapter 110
Chapter 111
Chapter 112
Chapter 113
Chapter 114
Chapter 115
Chapter 116
Chapter 117
Chapter 118
Chapter 119
Chapter 120
Chapter 121
Chapter 122
Chapter 123
Chapter 124
Chapter 125
Chapter 126
Chapter 127
Chapter 128
Chapter 129
Chapter 130
Chapter 131
Chapter 132
Chapter 133
Chapter 134
Chapter 135
Chapter 136
Chapter 137
Chapter 138
Chapter 139
Chapter 140
Chapter 141
Chapter 142
Chapter 143
Chapter 144
Chapter 145
Chapter 146
Chapter 147
Chapter 148
Chapter 149
Chapter 150
Chapter 120 →
1
‘Αλεφ.’ Μακαριοι οι αμωμοι εν οδω· οι περιπατουντες εν τω νομω του Κυριου·
2
Μακαριοι οι φυλαττοντες τα μαρτυρια αυτου, οι εκζητουντες αυτον εξ ολης καρδιας·
3
αυτοι βεβαιως δεν πραττουσιν ανομιαν· εν ταις οδοις αυτου περιπατουσι.
4
Συ προσεταξας να φυλαττωνται ακριβως αι εντολαι σου.
5
Ειθε να κατευθυνωνται αι οδοι μου, δια να φυλαττω τα διαταγματα σου
6
Τοτε δεν θελω αισχυνθη, οταν επιβλεπω εις παντα τα προσταγματα σου.
7
Θελω σε δοξολογει εν ευθυτητι καρδιας, οταν μαθω τας κρισεις της δικαιοσυνης σου.
8
Τα διαταγματα σου θελω φυλαττει· μη με εγκαταλιπης ολοκληρως.
9
‘Βεθ.’ Τινι τροπω θελει καθαριζει ο νεος την οδον αυτου; φυλαττων τους λογους σου.
10
Εξ ολης της καρδιας μου σε εξεζητησα· με μη αφησης να αποπλανηθω απο των προσταγματων σου.
11
Εν τη καρδια μου εφυλαξα τα λογια σου, δια να μη αμαρτανω εις σε.
12
Ευλογητος εισαι, Κυριε· διδαξον με τα διαταγματα σου.
13
Δια των χειλεων μου διηγηθην πασας τας κρισεις του στοματος σου.
14
Εν τη οδω των μαρτυριων σου ευφρανθην, ως δια παντα τα πλουτη.
15
Εις τας εντολας σου θελω μελετα, και εις τας οδους σου θελω ενατενιζει.
16
Εις τα διαταγματα σου θελω εντρυφα· δεν θελω λησμονησει τους λογους σου.
17
‘Γιμελ.’ Ανταμειψον τον δουλον σου· ουτω θελω ζησει, και θελω φυλαξει τον λογον σου.
18
Ανοιξον τους οφθαλμους μου, και θελω βλεπει τα θαυμασια τα εκ του νομου σου.
19
Παροικος ειμαι εγω εν τη γη· μη κρυψης απ' εμου τα προσταγματα σου.
20
Η ψυχη μου λιποθυμει εκ του ποθου τον οποιον εχω εις τας κρισεις σου παντοτε.
21
Συ επετιμησας τους επικαταρατους υπερηφανους, τους εκκλινοντας απο των προσταγματων σου.
22
Σηκωσον απ' εμου το ονειδος και την καταφρονησιν· διοτι εφυλαξα τα μαρτυρια σου.
23
Αρχοντες τωοντι εκαθισαν και ελαλουν εναντιον μου· αλλ' ο δουλος σου εμελετα εις τα διαταγματα σου.
24
Τα μαρτυρια σου βεβαιως ειναι η τρυφη μου και οι συμβουλοι μου.
25
‘Δαλεθ.’ Η ψυχη μου εκολληθη εις το χωμα· ζωοποιησον με κατα τον λογον σου.
26
Εφανερωσα τας οδους μου, και μου εισηκουσας· διδαξον με τα διαταγματα σου.
27
Καμε με να εννοω την οδον των εντολων σου, και θελω μελετα εις τα θαυμασια σου.
28
Η ψυχη μου τηκεται υπο θλιψεως· στερεωσον με κατα τον λογον σου.
29
Απομακρυνον απ' εμου την οδον του ψευδους, και χαρισον μοι τον νομον σου.
30
Την οδον της αληθειας εξελεξα· προ οφθαλμων μου εθεσα τας κρισεις σου.
31
Προσεκολληθην εις τα μαρτυρια σου· Κυριε, μη με καταισχυνης.
32
Την οδον των προσταγματων σου θελω τρεχει, οταν πλατυνης την καρδιαν μου.
33
‘Ε.’ Διδαξον με, Κυριε, την οδον των διαταγματων σου, και θελω φυλαττει αυτην μεχρι τελους.
34
Συνετισον με, και θελω φυλαττει τον νομον σου· ναι, θελω φυλαττει αυτον εν ολη καρδια.
35
Οδηγησον με εις την οδον των προσταγματων σου· διοτι ευφραινομαι εις αυτην.
36
Κλινον την καρδιαν μου εις τα μαρτυρια σου και μη εις πλεονεξιαν.
37
Αποστρεψον τους οφθαλμους μου απο του να βλεπωσι ματαιοτητα· ζωοποιησον με εν τη οδω σου.
38
Εκτελεσον τον λογον σου προς τον δουλον σου, οστις ειναι δεδομενος εις τον φοβον σου.
39
Αφαιρεσον το ονειδος μου, το οποιον φοβουμαι· διοτι αι κρισεις σου ειναι αγαθαι.
40
Ιδου, επεθυμησα τας εντολας σου· ζωοποιησον με δια της δικαιοσυνης σου.
41
‘Βαου.’ Και ας ελθη επ εμε το ελεος σου, Κυριε, και η σωτηρια σου κατα τον λογον σου.
42
Τοτε θελω αποκριθη προς τον ονειδιζοντα με· διοτι ελπιζω επι τον λογον σου.
43
Και μη αφαιρεσης ολοτελως απο του στοματος μου τον λογον της αληθειας· διοτι ηλπισα επι τας κρισεις σου.
44
Και θελω φυλαττει τον νομον σου διαπαντος, εις τον αιωνα του αιωνος.
45
Και θελω περιπατει εν ευρυχωρια· διοτι εξεζητησα τας εντολας σου.
46
Και θελω ομιλει περι των μαρτυριων σου εμπροσθεν βασιλεων, και δεν θελω αισχυνθη.
47
Και θελω εντρυφα εις τα προσταγματα σου, τα οποια ηγαπησα.
48
Και θελω υψονει τας χειρας μου προς τα προσταγματα σου, τα οποια ηγαπησα· και θελω μελετα εις τα διαταγματα σου.
49
‘Ζαιν.’ Ενθυμηθητι τον λογον τον προς τον δουλον σου, εις τον οποιον με επηλπισας.
50
Αυτη ειναι η παρηγορια μου εν τη θλιψει μου, οτι ο λογος σου με εζωοποιησεν.
51
Οι υπερηφανοι με εχλευαζον σφοδρα· αλλ' εγω απο του νομου σου δεν εξεκλινα.
52
Ενεθυμηθην τας απ' αιωνος κρισεις σου, Κυριε, και παρηγορηθην.
53
Φρικη με κατελαβεν εξ αιτιας των ασεβων, των εγκαταλειποντων τον νομον σου.
54
Τα διαταγματα σου υπηρξαν εις εμε ψαλμωδιαι εν τω οικω της παροικιας μου.
55
Ενεθυμηθην εν νυκτι το ονομα σου, Κυριε· και εφυλαξα τον νομον σου.
56
Τουτο εγεινεν εις εμε, διοτι εφυλαξα τας εντολας σου.
57
‘Χεθ.’ συ, Κυριε, μερις μου εισαι· ειπα να φυλαξω τους λογους σου.
58
Παρεκαλεσα το προσωπον σου εν ολη καρδια· ελεησον με κατα τον λογον σου.
59
Διελογισθην τας οδους μου και εστρεψα τους ποδας μου εις τα μαρτυρια σου.
60
Εσπευσα και δεν εβραδυνα να φυλαξω τα προσταγματα σου.
61
Στιφη ασεβων με περιεκυκλωσαν· αλλ' εγω δεν ελησμονησα τον νομον σου.
62
Το μεσονυκτιον εγειρομαι δια να σε δοξολογω δια τας κρισεις της δικαιοσυνης σου.
63
Εγω ειμαι μετοχος παντων των φοβουμενων σε και φυλαττοντων τας εντολας σου.
64
Η γη, Κυριε, ειναι πληρης του ελεους σου· διδαξον με τα διαταγματα σου.
65
‘Τεθ.’ Συ, Κυριε, ευηργετησας τον δουλον σου κατα τον λογον σου.
66
Διδαξον με φρονησιν και γνωσιν· διοτι επιστευσα εις τα προσταγματα σου.
67
Πριν ταλαιπωρηθω, εγω επλανωμην· αλλα τωρα εφυλαξα τον λογον σου.
68
Συ εισαι αγαθος και αγαθοποιος· διδαξον με τα διαταγματα σου.
69
Οι υπερηφανοι επλεξαν κατ' εμου ψευδος· αλλ' εγω εν ολη καρδια θελω φυλαττει τας εντολας σου.
70
Η καρδια αυτων επηξεν ως παχος· αλλ' εγω εντρυφω εις τον νομον σου.
71
Καλον εγεινεν εις εμε οτι εταλαιπωρηθην, δια να μαθω τα διαταγματα σου.
72
Ο νομος του στοματος σου ειναι καλητερος εις εμε, υπερ χιλιαδας χρυσιου και αργυριου.
73
‘Ιωδ.’ Αι χειρες σου με εκαμαν και με επλασαν· συνετισον με, και θελω μαθει τα προσταγματα σου.
74
Οι φοβουμενοι σε θελουσι με ιδει και ευφρανθη, διοτι ηλπισα επι τον λογον σου.
75
Γνωριζω, Κυριε, οτι αι κρισεις σου ειναι δικαιοσυνη, και οτι πιστως με εταλαιπωρησας.
76
Ας με παρηγορηση, δεομαι, το ελεος σου, κατα τον λογον σου τον προς τον δουλον σου.
77
Ας ελθωσιν επ' εμε οι οικτιρμοι σου, δια να ζω· διοτι ο νομος σου ειναι η τρυφη μου.
78
Ας αισχυνθωσιν οι υπερηφανοι, διοτι ζητουσιν αδικως να με ανατρεψωσιν· αλλ' εγω θελω μελετα εις τας εντολας σου.
79
Ας επιστρεψωσιν εις εμε οι φοβουμενοι σε, και οι γνωριζοντες τα μαρτυρια σου·
80
Ας ηναι η καρδια μου αμωμος εις τα διαταγματα σου, δια να μη αισχυνθω.
81
‘Καφ.’ Λιποθυμει η ψυχη μου δια την σωτηριαν σου· επι τον λογον σου ελπιζω.
82
Οι οφθαλμοι μου απεκαμον δια τον λογον σου, λεγοντες, Ποτε θελεις με παρηγορησει;
83
Διοτι εγεινα ως ασκος εν τω καπνω· αλλα τα διαταγματα σου δεν ελησμονησα.
84
Ποσαι ειναι αι ημεραι του δουλου σου; ποτε θελεις καμει κρισιν εναντιον των καταδιωκοντων με;
85
Οι υπερηφανοι, οι εναντιοι του νομου σου, εσκαψαν εις εμε λακκους.
86
Παντα τα προσταγματα σου ειναι αληθεια· αδικως με κατατρεχουσι· βοηθησον μοι.
87
Παρ' ολιγον με κατεστρεψαν εις την γην· αλλ' εγω δεν εγκατελιπον τας εντολας σου.
88
Ζωοποιησον με κατα το ελεος σου· και θελω φυλαξει τα μαρτυρια του στοματος σου.
89
‘Λαμεδ.’ Εις τον αιωνα, Κυριε, διαμενει ο λογος σου εν τω ουρανω·
90
η αληθεια σου εις γενεαν και γενεαν· εθεμελιωσας την γην, και διαμενει.
91
Κατα τας διαταξεις σου διαμενουσιν εως της σημερον, διοτι τα συμπαντα ειναι δουλοι σου.
92
Εαν ο νομος σου δεν ητο η τρυφη μου, τοτε ηθελον χαθη εν τη θλιψει μου.
93
Εις τον αιωνα δεν θελω λησμονησει τας εντολας σου, διοτι εν αυταις με εζωοποιησας.
94
Σος ειμαι εγω· σωσον με· διοτι τας εντολας σου εξεζητησα.
95
Οι ασεβεις με περιεμενον δια να με αφανισωσιν· αλλ' εγω θελω προσεχει εις τα μαρτυρια σου.
96
Εις πασαν τελειοτητα ειδον οριον· αλλ' ο νομος σου ειναι πλατυς σφοδρα.
97
‘Μεμ.’ Ποσον αγαπω τον νομον σου· ολην την ημεραν ειναι μελετη μου.
98
Δια των προσταγματων σου με εκαμες σοφωτερον των εχθρων μου, διοτι ειναι παντοτε μετ' εμου.
99
Ειμαι συνετωτερος παντων των διδασκοντων με· διοτι τα μαρτυρια σου ειναι μελετη μου.
100
Ειμαι συνετωτερος των γεροντων· διοτι εφυλαξα τας εντολας σου.
101
Απο πασης οδου πονηρας εκωλυσα τους ποδας μου, δια να φυλαξω τον λογον σου.
102
Απο των κρισεων σου δεν εξεκλινα· διοτι συ με εδιδαξας.
103
Ποσον γλυκεις ειναι οι λογοι σου εις τον ουρανισκον μου· ειναι υπερ μελι εις το στομα μου.
104
Εκ των εντολων σου εγεινα συνετος· δια τουτο εμισησα πασαν οδον ψευδους.
105
‘Νουν.’ Λυχνος εις τους ποδας μου ειναι ο λογος σου και φως εις τας τριβους μου.
106
Ωμοσα και θελω εμμενει να φυλαττω τας κρισεις της δικαιοσυνης σου.
107
Εταλαιπωρηθην σφοδρα· Κυριε, ζωοποιησον με κατα τον λογον σου.
108
Προσδεξαι, δεομαι, τας προαιρετικας προσφορας του στοματος μου, Κυριε· και διδαξον με τας κρισεις σου.
109
Η ψυχη μου ειναι παντοτε εν κινδυνω· τον νομον σου ομως δεν ελησμονησα.
110
Οι ασεβεις εστησαν εις εμε παγιδα· αλλ' εγω απο των εντολων σου δεν εξεκλινα.
111
Τα μαρτυρια σου εκληρονομησα εις τον αιωνα· διοτι ταυτα ειναι η αγαλλιασις της καρδιας μου.
112
Εκλινα την καρδιαν μου εις το να καμνω τα διαταγματα σου παντοτε μεχρι τελους.
113
‘Σαμεχ.’ Εμισησα τους διεστραμμενους στοχασμους· τον δε νομον σου ηγαπησα.
114
Συ εισαι η σκεπη μου και η ασπις μου· επι τον λογον σου ελπιζω.
115
Απομακρυνθητε απ' εμου οι πονηρευομενοι· διοτι θελω φυλαττει τα προσταγματα του Θεου μου.
116
Υποστηριζε με κατα τον λογον σου και θελω ζη· και μη με καταισχυνης εις την ελπιδα μου.
117
Υποστηριζε με και θελω σωθη· και θελω προσεχει διαπαντος εις τα διαταγματα σου.
118
Συ κατεπατησας παντας τους εκκλινοντας απο των διαταγματων σου· διοτι ματαια ειναι η δολιοτης αυτων.
119
Αποσκυβαλιζεις παντας τους πονηρους της γης· δια τουτο ηγαπησα τα μαρτυρια σου.
120
Εφριξεν η σαρξ μου απο του φοβου σου, και απο των κρισεων σου εφοβηθην.
121
‘Νγαιν.’ Εκαμα κρισιν και δικαιοσυνην· μη με παραδωσης εις τους αδικουντας με.
122
Γενου εγγυητης του δουλου σου εις καλον· ας μη με καταθλιψωσιν οι υπερηφανοι.
123
Οι οφθαλμοι μου απεκαμον δια την σωτηριαν σου και δια τον λογον της δικαιοσυνης σου.
124
Καμε μετα του δουλου σου κατα το ελεος σου και διδαξον με τα διαταγματα σου.
125
Δουλος σου ειμαι εγω· συνετισον με, και θελω γνωρισει τα μαρτυρια σου.
126
Καιρος ειναι δια να ενεργηση ο Κυριος· ηκυρωσαν τον νομον σου.
127
Δια τουτο ηγαπησα τα προσταγματα σου υπερ χρυσιον, και υπερ χρυσιον καθαρον.
128
Δια τουτο εγνωρισα ορθας πασας τας εντολας σου περι παντος πραγματος· και εμισησα πασαν οδον ψευδους.
129
‘Πε.’ Θαυμαστα ειναι τα μαρτυρια σου· δια τουτο εφυλαξεν αυτα η ψυχη μου.
130
Η φανερωσις των λογων σου φωτιζει· συνετιζει τους απλους.
131
Ηνοιξα το στομα μου και ανεστεναξα· διοτι επεθυμησα τα προσταγματα σου.
132
Επιβλεψον επ' εμε και ελεησον με, καθως συνειθιζεις προς τους αγαπωντας το ονομα σου.
133
Στερεωσον τα βηματα μου εις τον λογον σου· και ας μη με κατακυριευση μηδεμια ανομια.
134
Λυτρωσον με απο καταδυναστειας ανθρωπων, και θελω φυλαττει τας εντολας σου.
135
Επιφανον το προσωπον σου επι τον δουλον σου, και διδαξον με τα διαταγματα σου.
136
Ρυακας υδατων κατεβιβασαν οι οφθαλμοι μου, επειδη δεν φυλαττουσι τον νομον σου.
137
‘Τσαδε.’ Δικαιος εισαι, Κυριε, και ευθειαι αι κρισεις σου.
138
Τα μαρτυρια σου, τα οποια διεταξας, ειναι δικαιοσυνη και υπερτατη αληθεια.
139
Ο ζηλος μου με κατεφαγε, διοτι ελησμονησαν τους λογους σου οι εχθροι μου.
140
Ο λογος σου ειναι κεκαθαρισμενος σφοδρα· δια τουτο ο δουλος σου αγαπα αυτον.
141
Μικρος ειμαι και εξουδενωμενος· δεν ελησμονησα ομως τας εντολας σου.
142
Η δικαιοσυνη σου ειναι δικαιοσυνη εις τον αιωνα, και ο νομος σου αληθεια.
143
Θλιψεις και στενοχωριαι με ευρηκαν· τα προσταγματα σου ομως ειναι η χαρα μου.
144
Τα μαρτυρια σου ειναι δικαιοσυνη εις τον αιωνα· Συνετισον με και θελω ζησει.
145
‘Κοφ.’ Εκραξα εν ολη καρδια· ακουσον μου, Κυριε, και θελω φυλαξει τα διαταγματα σου.
146
Εκραξα προς σε· σωσον με, και θελω φυλαξει τα μαρτυρια σου.
147
Προελαβον την αυγην και εκραξα· ηλπισα επι τον λογον σου.
148
Οι οφθαλμοι μου προλαμβανουσι τας νυκτοφυλακας, δια να μελετω εις τον λογον σου.
149
Ακουσον της φωνης μου κατα το ελεος σου· ζωοποιησον με, Κυριε, κατα την κρισιν σου.
150
Επλησιασαν οι ακολουθουντες την πονηριαν· εξεκλιναν απο του νομου σου.
151
Συ, Κυριε, εισαι πλησιον, και παντα τα προσταγματα σου ειναι αληθεια.
152
Προ πολλου εγνωρισα εκ των μαρτυριων σου, οτι εις τον αιωνα εθεμελιωσας αυτα.
153
‘Ρες.’ Ιδε την θλιψιν μου και ελευθερωσον με· διοτι δεν ελησμονησα τον νομον σου.
154
Δικασον την δικην μου και λυτρωσον με· ζωοποιησον με κατα τον λογον σου.
155
Μακραν απο ασεβων η σωτηρια· διοτι δεν εκζητουσι τα διαταγματα σου.
156
Μεγαλοι οι οικτιρμοι σου, Κυριε· ζωοποιησον με κατα τας κρισεις σου.
157
Πολλοι ειναι οι καταδιωκοντες με και οι θλιβοντες με· αλλ' απο των μαρτυριων σου δεν εξεκλινα.
158
Ειδον τους παραβατας και εταραχθην· διοτι δεν εφυλαξαν τον λογον σου.
159
Ιδε ποσον αγαπω τας εντολας σου· Κυριε, ζωοποιησον με κατα το ελεος σου.
160
Το κεφαλαιον του λογου σου ειναι η αληθεια· και εις τον αιωνα μενουσι πασαι αι κρισεις της δικαιοσυνης σου.
161
‘Σχιν.’ Αρχοντες με κατεδιωξαν αναιτιως· αλλ' η καρδια μου τρεμει απο του λογου σου.
162
Αγαλλομαι εις τον λογον σου, ως ο ευρισκων λαφυρα πολλα.
163
Μισω και βδελυττομαι το ψευδος· τον νομον σου αγαπω.
164
Επτακις της ημερας σε αινω, δια τας κρισεις της δικαιοσυνης σου.
165
Ειρηνην πολλην εχουσιν οι αγαπωντες τον νομον σου· και εις αυτους δεν υπαρχει προσκομμα.
166
Ηλπισα επι την σωτηριαν σου, Κυριε· και επραξα τα προσταγματα σου.
167
Εφυλαξεν η ψυχη μου τα μαρτυρια σου· και ηγαπησα αυτα σφοδρα.
168
Εφυλαξα τας εντολας σου και τα μαρτυρια σου· διοτι πασαι αι οδοι μου ειναι ενωπιον σου.
169
‘Ταυ.’ Ας πλησιαση η κραυγη μου ενωπιον σου, Κυριε· συνετισον με κατα τον λογον σου.
170
Ας ελθη η δεησις μου ενωπιον σου· λυτρωσον με κατα τον λογον σου.
171
Τα χειλη μου θελουσι προφερει υμνον, οταν με διδαξης τα διαταγματα σου.
172
Η γλωσσα μου θελει λαλει τον λογον σου· διοτι παντα τα προσταγματα σου ειναι δικαιοσυνη.
173
Ας ηναι η χειρ σου εις βοηθειαν μου· διοτι εξελεξα τας εντολας σου.
174
Επεθυμησα την σωτηριαν σου, Κυριε· και ο νομος σου ειναι τρυφη μου.
175
Ας ζηση η ψυχη μου και θελει σε αινει· και αι κρισεις σου ας με βοηθωσι.
176
Περιεπλανηθην ως προβατον απολωλος· ζητησον τον δουλον σου· διοτι δεν ελησμονησα τα προσταγματα σου.
← Chapter 118
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 43
Chapter 44
Chapter 45
Chapter 46
Chapter 47
Chapter 48
Chapter 49
Chapter 50
Chapter 51
Chapter 52
Chapter 53
Chapter 54
Chapter 55
Chapter 56
Chapter 57
Chapter 58
Chapter 59
Chapter 60
Chapter 61
Chapter 62
Chapter 63
Chapter 64
Chapter 65
Chapter 66
Chapter 67
Chapter 68
Chapter 69
Chapter 70
Chapter 71
Chapter 72
Chapter 73
Chapter 74
Chapter 75
Chapter 76
Chapter 77
Chapter 78
Chapter 79
Chapter 80
Chapter 81
Chapter 82
Chapter 83
Chapter 84
Chapter 85
Chapter 86
Chapter 87
Chapter 88
Chapter 89
Chapter 90
Chapter 91
Chapter 92
Chapter 93
Chapter 94
Chapter 95
Chapter 96
Chapter 97
Chapter 98
Chapter 99
Chapter 100
Chapter 101
Chapter 102
Chapter 103
Chapter 104
Chapter 105
Chapter 106
Chapter 107
Chapter 108
Chapter 109
Chapter 110
Chapter 111
Chapter 112
Chapter 113
Chapter 114
Chapter 115
Chapter 116
Chapter 117
Chapter 118
Chapter 119
Chapter 120
Chapter 121
Chapter 122
Chapter 123
Chapter 124
Chapter 125
Chapter 126
Chapter 127
Chapter 128
Chapter 129
Chapter 130
Chapter 131
Chapter 132
Chapter 133
Chapter 134
Chapter 135
Chapter 136
Chapter 137
Chapter 138
Chapter 139
Chapter 140
Chapter 141
Chapter 142
Chapter 143
Chapter 144
Chapter 145
Chapter 146
Chapter 147
Chapter 148
Chapter 149
Chapter 150
Chapter 120 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42
43
44
45
46
47
48
49
50
51
52
53
54
55
56
57
58
59
60
61
62
63
64
65
66
67
68
69
70
71
72
73
74
75
76
77
78
79
80
81
82
83
84
85
86
87
88
89
90
91
92
93
94
95
96
97
98
99
100
101
102
103
104
105
106
107
108
109
110
111
112
113
114
115
116
117
118
119
120
121
122
123
124
125
126
127
128
129
130
131
132
133
134
135
136
137
138
139
140
141
142
143
144
145
146
147
148
149
150