bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
Greek Modern FPB
/
Job 2
Job 2
Greek Modern FPB
← Chapter 1
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 3 →
1
ΚΑΙ κάποια ημέρα, οι γιοι τού Θεού ήρθαν να παρασταθούν μπροστά στον Κύριο· κι ανάμεσα σ' αυτούς ήρθε και ο σατανάς, για να παρασταθεί μπροστά στον Κύριο.
2
Και ο Κύριος είπε στον σατανά: Από πού έρχεσαι; Και ο σατανάς απάντησε στον Κύριο, και είπε: Αφού διάβηκα ολόγυρα τη γη, και περπάτησα μέσα σ' αυτή, νάμαι.
3
Και ο Κύριος είπε στον σατανά: Έβαλες τον νου σου επάνω στον δούλο μου τον Ιώβ, ότι δεν υπάρχει όμοιός του στη γη, άνθρωπος άμεμπτος και ευθύς, ο οποίος φοβάται τον Θεό, και απέχει από κακό; Κι ακόμα κρατάει τη ακεραιότητά του, αν και με παρόξυνες εναντίο
4
Και ο σατανάς απάντησε στον Κύριο, και είπε: Δέρμα για δέρμα, και όλα όσα έχει ο άνθρωπος θα τα δώσει για τη ζωή του·
5
εντούτοις, άπλωσε το χέρι σου, και άγγιξε τα κόκαλά του, και τη σάρκα του, για να δεις αν δεν σε βλασφημήσει κατά πρόσωπο.
6
Και ο Κύριος είπε στον σατανά: Δες, αυτός είναι στο χέρι σου· μόνον τη ζωή του να φυλάξεις.
7
Τότε, ο σατανάς βγήκε από μπροστά από τον Κύριο, και πάταξε τον Ιώβ με ένα κακό έλκος, από το πέλμα των ποδιών του μέχρι την κορυφή του.
8
Και πήρε κοντά του ένα κομμάτι από κεραμίδι, για να ξύνεται μ' αυτό· και καθόταν στο μέσον τής στάχτης.
9
Τότε, η γυναίκα του είπε σ' αυτόν: Ακόμα κρατάς την ακεραιότητά σου; Βλασφήμησε τον Θεό, και πέθανε.
10
Κι εκείνος είπε σ' αυτή: Μίλησες όπως μιλάει μια από τις άφρονες γυναίκες· τα αγαθά μονάχα θα δεχθούμε από τον Θεό, και τα κακά δεν θα τα δεχθούμε; Σε όλα αυτά ο Ιώβ δεν αμάρτησε με τα χείλη του.
11
Και καθώς οι τρεις φίλοι τού Ιώβ άκουσαν όλα αυτά τα κακά που είχαν έρθει επάνω του, ήρθαν κάθε ένας από τον τόπο του· ο Ελιφάς ο Θαιμανίτης, και ο Βιλδάδ ο Σαυχίτης, και ο Σωφάρ ο Νααμαθίτης· επειδή, είχαν συμφωνήσει νάρθουν μαζί, για να τον συλλυπηθούν
12
Και όταν από μακριά σήκωσαν τα μάτια τους, και δεν τον γνώρισαν, ύψωσαν τη φωνή τους, και έκλαψαν· και έσχισαν ο καθένας το ιμάτιό του, και έρριξαν χώμα επάνω στα κεφάλια τους προς τον ουρανό.
13
Και κάθησαν μαζί του επάνω στη γη επτά ημέρες και επτά νύχτες, και κανένας δεν του είπε έναν λόγο, επειδή έβλεπαν ότι ο πόνος του ήταν υπερβολικά μεγάλος.
← Chapter 1
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 3 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42