bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
Greek TGV
/
Isaiah 33
Isaiah 33
Greek TGV
← Chapter 32
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 43
Chapter 44
Chapter 45
Chapter 46
Chapter 47
Chapter 48
Chapter 49
Chapter 50
Chapter 51
Chapter 52
Chapter 53
Chapter 54
Chapter 55
Chapter 56
Chapter 57
Chapter 58
Chapter 59
Chapter 60
Chapter 61
Chapter 62
Chapter 63
Chapter 64
Chapter 65
Chapter 66
Chapter 34 →
1
Αλίμονο σ’ εσένα που καταστρέφεις και που δεν καταστράφηκες· σ’ εσένα που ληστεύεις και που δε ληστεύθηκες! Όταν πια σταματήσεις να καταστρέφεις, θα καταστραφείς· όταν πια σταματήσεις να ληστεύεις θα ληστευθείς κι εσύ.
2
Κύριε, λυπήσου μας, σ’ εσένα ελπίζουμε! Γίνε η προστασία μας κάθε πρωί, η σωτηρία μας τον καιρό της θλίψης.
3
Όταν ηχεί η φωνή σου φεύγουν οι λαοί· όταν εσύ ορθώνεσαι σκορπίζονται τα έθνη φοβισμένα.
4
Τα λάφυρα σωρεύονται σαν τις ακρίδες, κι οι άνθρωποι ορμούν πάνω σ’ αυτά, όπως ορμούν κι εκείνες.
5
Ο Κύριος είναι μεγάλος και ισχυρός, στα ύψη κατοικεί· γεμάτη είναι η Σιών από την ευθυκρισία και τη δικαιοσύνη του.
6
Γι’ αυτό θα δώσει σταθερότητα στο μέλλον σου, λαέ του Κυρίου· η σοφία κι η γνώση θα ’ναι τα πλούτη που θα σε σώσουν· ο σεβασμός σου στον Κύριο θα είν’ ο θησαυρός σου.
7
Νάτοι, οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, βγάζουν κραυγές έξω στους δρόμους, οι πρέσβεις της ειρήνης κλαίνε πικρά.
8
Οι δρόμοι είναι έρημοι, κανείς δεν τους διαβαίνει πια, παραβιάστηκε η συνθήκη, περιφρονήθηκαν οι μάρτυρες, οι άνθρωποι δεν λογαριάζονται.
9
Η γη μαραίνεται, πενθεί. Ο Λίβανος από ντροπή μαραίνεται, τα βοσκοτόπια της Σαρών έγιναν σαν την έρημο, και η Βασάν κι ο Κάρμηλος χάσαν το φύλλωμά τους.
10
«Τώρα θα επέμβω εγώ», λέει ο Κύριος. «Τώρα θα σηκωθώ, τώρα θα δοξαστώ.
11
Τα σχέδια που σκέφτεστε είναι αχυρένια και καταλήγουν σε πράγματα άχρηστα· η δυνατή πνοή μου θα σας αποτεφρώσει όπως η φωτιά.
12
Οι λαοί θα καούν για να γίνουν ασβέστης· σαν τα κομμένα αγκάθια στις φλόγες θα καούν.
13
Οι άλλοι εσείς λαοί, οι μακρινοί κι οι κοντινοί, ακούστε τι κάνω, μάθετε ποια είναι η δύναμή μου».
14
Στη Σιών οι αμαρτωλοί αλαφιάζονται, τους ασεβείς τους κυριεύει τρόμος. Λένε: «Ποιος από μας μπορεί να σταθεί πλάι στην καταλυτική φωτιά; Ποιος μπορεί ν’ αντέξει τις φλόγες τις αιώνιες;»
15
Αυτός που βαδίζει με δικαιοσύνη και που μιλάει μ’ ευθύτητα, εκείνος που περιφρονεί το κέρδος που βγαίνει από εκβιασμό, αυτός που αποκρούει τη δωροδοκία, εκείνος που κλείνει τ’ αυτιά του σ’ όσους του προτείνουν φόνους και τα μάτια του κλείνει για να μη συγκατανεύει στο κακό,
16
αυτός θα κατοικήσει στα ψηλά, σε φρούριο θα καταφύγει, πάνω σε οχυρωμένο βράχο. Σε επάρκεια θα του δίνουν το ψωμί και το νερό ποτέ δε θα του λείψει.
17
Τα μάτια σου θ’ ατενίζουνε το βασιλιά σ’ όλη του την λαμπρότητα, θα βλέπουνε τη χώρα σ’ όλη την έκτασή της.
18
Τη φρίκη θα θυμάσαι του παρελθόντος και θα λες: «Πού είναι ο απογραφέας; πού είναι ο εισπράκτορας των φόρων; πού είναι των οχυρών ο ελεγκτής;»
19
Δε θα δεις πια τον αποθρασυμένο λαό, το λαό με τη σκοτεινή κι ακατανόητη ομιλία, με τη γλώσσα τη βάρβαρη και τη δυσνόητη.
20
Κοίταξε τη Σιών, την πόλη όπου τελούμε τις γιορτές μας! Τα μάτια σου θα δουν την Ιερουσαλήμ ήσυχο τόπο για διαμονή καθώς σκηνή αμετακίνητη, που ποτέ πια δε θα ξεριζωθούν οι πάσσαλοί της, και που κανένα απ’ τα σκοινιά της δε θα κοπεί.
21
Εκεί για μας ο Κύριος είναι θαυμαστός. Ο Κύριος είναι ο κυβερνήτης μας, ο Κύριος είναι ο νομοθέτης μας, ο Κύριος είναι ο βασιλιάς μας· εκείνος θα μας σώσει. Τότε θα είναι η Ιερουσαλήμ τόπος με ποταμούς μεγάλους και παραπόταμους, μα που κανένα πολεμικό πλοίο δε θα διαβαίνει, μεγάλα πλοία εκεί δεν θ’ αρμενίζουν.
23
Αν κάποιου πλοίου του χαλαρώσουν τα σχοινιά, δε θα μπορούν πια να κρατήσουν στέρεα το κατάρτι, ούτε πάνω του ν’ απλωθούνε τα πανιά. Τότε άφθονα λάφυρα θα διαμοιραστούν και οι χωλοί θ’ αρπάξουν απ’ τη λεία.
24
Τότε κανείς απ’ τους κατοίκους πως υποφέρει δεν θα πει· κι οι ανομίες του λαού που κατοικεί εκεί, θα του συγχωρηθούνε.
← Chapter 32
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 43
Chapter 44
Chapter 45
Chapter 46
Chapter 47
Chapter 48
Chapter 49
Chapter 50
Chapter 51
Chapter 52
Chapter 53
Chapter 54
Chapter 55
Chapter 56
Chapter 57
Chapter 58
Chapter 59
Chapter 60
Chapter 61
Chapter 62
Chapter 63
Chapter 64
Chapter 65
Chapter 66
Chapter 34 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42
43
44
45
46
47
48
49
50
51
52
53
54
55
56
57
58
59
60
61
62
63
64
65
66