bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
greek
/
Ezekiel 19
Ezekiel 19
greek
← Chapter 18
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 43
Chapter 44
Chapter 45
Chapter 46
Chapter 47
Chapter 48
Chapter 20 →
1
Καὶ σὺ ἀνάλαβε θρῆνον διὰ τοὺς ἡγεμόνας τοῦ Ἰσραήλ,
2
καὶ εἰπέ, Τί εἶναι ἡ μήτηρ σου; Λέαινα· κεῖται μεταξὺ λεόντων, ἔθρεψε τὰ βρέφη αὑτῆς ἐν μέσῳ σκύμνων.
3
Καὶ ἀνέθρεψεν ἕν ἐκ τῶν βρεφῶν αὑτῆς καὶ ἔγεινε σκύμνος καὶ ἔμαθε νὰ ἁρπάζῃ τὸ θήραμα· ἀνθρώπους ἔτρωγε.
4
Καὶ τὰ ἔθνη ἤκουσαν περὶ αὐτοῦ· ἐπιάσθη ἐν τῷ λάκκῳ αὐτῶν, καὶ ἔφεραν αὐτὸν μὲ ἁλύσεις εἰς τὴν γῆν τῆς Αἰγύπτου.
5
Καὶ ἰδοῦσα ὅτι ἡ ἐλπὶς αὐτῆς ἐματαιώθη καὶ ἐχάθη, ἔλαβεν ἕν ἄλλο ἐκ τῶν βρεφῶν αὑτῆς καὶ ἔκαμεν αὐτὸ σκύμνον.
6
Καὶ ἀναστρεφόμενον ἐν μέσῳ τῶν λεόντων ἔγεινε σκύμνος καὶ ἔμαθε νὰ ἁρπάζῃ θήραμα· ἀνθρώπους ἔτρωγε.
7
Καὶ ἐγνώρισε τὰ παλάτια αὐτῶν καὶ ἐρήμονε τὰς πόλεις αὐτῶν· καὶ ἦτο ἠφανισμένη ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς ἀπὸ τοῦ ἤχου τοῦ βρυχήματος αὐτοῦ.
8
Καὶ τὰ ἔθνη παρετάχθησαν ἐναντίον αὐτοῦ κυκλόθεν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ ἥπλωσαν κατ᾿ αὐτοῦ τὰ βρόχια αὑτῶν, καὶ ἐπιάσθη ἐν τῷ λάκκῳ αὐτῶν.
9
Καὶ ἔβαλον αὐτὸν μὲ ἁλύσεις εἰς κλωβίον καὶ ἔφεραν αὐτὸν πρὸς τὸν βασιλέα τῆς Βαβυλῶνος· ἐν δεσμωτηρίῳ εἰσήγαγον αὐτόν, διὰ νὰ μή ἀκουσθῇ πλέον φωνή αὐτοῦ ἐπὶ τὰ ὄρη τοῦ Ἰσραήλ.
10
Ἡ μήτηρ σου, καθ᾿ ὁμοίωσίν σου, ἦτο ὡς ἄμπελος πεφυτευμένη πλησίον τῶν ὑδάτων· ἔγεινε καρποφόρος καὶ πλήρης κλάδων διὰ τὰ πολλὰ ὕδατα.
11
Καὶ ἔγειναν εἰς αὐτήν ῥάβδοι ἰσχυραὶ διὰ σκήπτρα τῶν κρατούντων· καὶ ὁ κορμὸς αὐτῆς ὑψώθη ἐν μέσῳ τῶν πυκνῶν κλάδων, καὶ ἔγεινε περίβλεπτος κατὰ τὸ ὕψος αὑτῆς μεταξὺ τοῦ πλήθους τῶν βλαστῶν αὑτῆς.
12
Ἀπεσπάσθη ὅμως μετὰ θυμοῦ, ἐρρίφθη κατὰ γῆς, καὶ ἀνατολικὸς ἄνεμος κατεξήρανε τὸν καρπὸν αὑτῆς· αἱ ἰσχυραὶ αὐτῆς ῥάβδοι συνεθλάσθησαν καὶ ἐξηράνθησαν· πῦρ κατέφαγεν αὐτάς.
13
Καὶ τώρα εἶναι πεφυτευμένη ἐν ἐρήμῳ, ἐν ξηρᾷ καὶ ἀνύδρῳ γῇ.
14
Καὶ ἐξῆλθε πῦρ ἀπὸ ῥάβδου τινὸς ἐκ τῶν κλάδων αὐτῆς καὶ κατέφαγε τὸν καρπὸν αὐτῆς, ὥστε δὲν ὑπῆρχε πλέον ἐν αὐτῇ ῥάβδος ἰσχυρὰ διὰ σκῆπτρον ἡγεμονίας· οὗτος εἶναι ὁ θρῆνος καὶ θέλει εἶσθαι εἰς θρῆνον.
← Chapter 18
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 43
Chapter 44
Chapter 45
Chapter 46
Chapter 47
Chapter 48
Chapter 20 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42
43
44
45
46
47
48