bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
greek
/
Genesis 13
Genesis 13
greek
← Chapter 12
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 43
Chapter 44
Chapter 45
Chapter 46
Chapter 47
Chapter 48
Chapter 49
Chapter 50
Chapter 14 →
1
Ἀνέβη δὲ ὁ Ἄβραμ ἐξ Αἰγύπτου, αὐτὸς καὶ ἡ γυνή αὐτοῦ, καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ὁ Λὼτ μετ᾿ αὐτοῦ, πρὸς μεσημβρίαν.
2
Καὶ ὁ Ἄβραμ ἦτο πλούσιος σφόδρα εἰς κτήνη, εἰς ἀργύριον καὶ εἰς χρυσίον.
3
Καὶ ὑπῆγεν ὁδεύων ἀπὸ μεσημβρίας ἕως Βαιθήλ ἕως τοῦ τόπου ὅπου ἦτο ἡ σκηνή αὐτοῦ τὸ πρότερον μεταξὺ Βαιθήλ καὶ Γαί·
4
εἰς τὸν τόπον τοῦ θυσιαστηρίου, τὸ ὁποῖον εἶχε κάμει ἐκεῖ καταρχάς· καὶ ἐπεκαλέσθη ἐκεῖ ὁ Ἄβραμ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου.
5
Καὶ ὁ Λὼτ ἀκόμη, ὁ συμπορευόμενος μετὰ τοῦ Ἄβραμ, εἶχε πρόβατα καὶ βόας καὶ σκηνάς.
6
Καὶ δὲν ἐχώρει αὐτοὺς ἡ γῆ διὰ νὰ κατοικῶσιν ὁμοῦ· διότι ἦσαν τὰ ὑπάρχοντα αὐτῶν πολλά, καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ κατοικῶσιν ὁμοῦ.
7
Καὶ συνέβη ἔρις μεταξὺ τῶν ποιμένων τῶν κτηνῶν τοῦ Ἄβραμ καὶ τῶν ποιμένων τῶν κτηνῶν τοῦ Λώτ· οἱ δὲ Χαναναῖοι καὶ οἱ Φερεζαῖοι κατῴκουν τότε τὴν γῆν.
8
Εἶπε δὲ ὁ Ἄβραμ πρὸς τὸν Λώτ, Ἄς μή ἦναι, παρακαλῶ, ἔρις μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ καὶ μεταξὺ τῶν ποιμένων μου καὶ τῶν ποιμένων σου· διότι ἀδελφοὶ εἴμεθα ἡμεῖς·
9
δὲν εἶναι πᾶσα ἡ γῆ ἔμπροσθέν σου; διαχωρίσθητι λοιπὸν ἀπ᾿ ἐμοῦ· ἐὰν σὺ ὑπάγῃς εἰς τὰ ἀριστερά, ἐγὼ ὑπάγω εἰς τὰ δεξιά· καὶ ἐὰν σὺ εἰς τὰ δεξιά, ἐγὼ εἰς τὰ ἀριστερά.
10
Καὶ ὑψώσας ὁ Λὼτ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὑτοῦ, εἶδε πᾶσαν τὴν περίχωρον τοῦ Ἰορδάνου, ὅτι ἐποτίζετο ὅλη πρὸ τοῦ νὰ καταστρέψῃ ὁ Κύριος τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορρα, ὡς παράδεισος τοῦ Κυρίου, ὡς ἡ γῆ τῆς Αἰγύπτου, ἕως νὰ ὑπάγῃ τις εἰς Σηγώρ.
11
Καὶ ἔκλεξεν εἰς ἑαυτὸν ὁ Λὼτ πᾶσαν τὴν περίχωρον τοῦ Ἰορδάνου· καὶ μετεσκήνωσεν ὁ Λὼτ πρὸς ἀνατολάς, καὶ διεχωρίσθησαν ὁ εἷς ἀπὸ τοῦ ἄλλου.
12
Ὁ μὲν Ἄβραμ κατῴκησεν ἐν τῇ γῇ Χαναάν· ὁ δὲ Λὼτ κατῴκησε μεταξὺ τῶν πόλεων τῆς περιχώρου, καὶ ἔστησε τὰς σκηνὰς αὑτοῦ ἕως Σοδόμων.
13
Οἱ δὲ ἄνθρωποι τῶν Σοδόμων ἦσαν κακοὶ καὶ ἁμαρτωλοὶ σφόδρα ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.
14
Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς τὸν Ἄβραμ, ἀφοῦ διεχωρίσθη ὁ Λὼτ ἀπ᾿ αὐτοῦ, Ὕψωσον τώρα τοὺς ὀφθαλμοὺς σου, καὶ ἰδὲ ἀπὸ τοῦ τόπου ὅπου εἶσαι, πρὸς ἄρκτον καὶ μεσημβρίαν καὶ ἀνατολήν καὶ δύσιν·
15
διότι πᾶσαν τὴν γῆν τὴν ὁποίαν βλέπεις, εἰς σὲ θέλω δώσει αὐτήν καὶ εἰς τὸ σπέρμα σου ἕως αἰῶνος·
16
καὶ θέλω καταστήσει τὸ σπέρμα σου ὡς τὴν ἄμμον τῆς γῆς· ὥστε ἐὰν δύναταί τις νὰ ἐξαριθμήσῃ τὴν ἄμμον τῆς γῆς, θέλει ἀριθμηθῆ καὶ τὸ σπέρμα σου.
17
Σηκωθεὶς διόδευσον τὴν γῆν εἰς τε τὸ μῆκος αὐτῆς καὶ εἰς τὸ πλάτος αὐτῆς· διότι εἰς σὲ θέλω δώσει αὐτήν.
18
Καὶ ἐσήκωσε τὴν σκηνήν αὑτοῦ ὁ Ἄβραμ, καὶ ἐλθὼν κατῴκησε πλησίον τῶν δρυῶν Μαμβρῆ, αἵτινες εἶναι ἐν Χεβρών, καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ θυσιαστήριον εἰς τὸν Κύριον.
← Chapter 12
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 43
Chapter 44
Chapter 45
Chapter 46
Chapter 47
Chapter 48
Chapter 49
Chapter 50
Chapter 14 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42
43
44
45
46
47
48
49
50