bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
greek
/
Isaiah 6
Isaiah 6
greek
← Chapter 5
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 43
Chapter 44
Chapter 45
Chapter 46
Chapter 47
Chapter 48
Chapter 49
Chapter 50
Chapter 51
Chapter 52
Chapter 53
Chapter 54
Chapter 55
Chapter 56
Chapter 57
Chapter 58
Chapter 59
Chapter 60
Chapter 61
Chapter 62
Chapter 63
Chapter 64
Chapter 65
Chapter 66
Chapter 7 →
1
Κατὰ τὸ ἔτος ἐν ἀπέθανεν Ὀζίας ὁ βασιλεύς, εἶδον τὸν Κύριον καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου, καὶ τὸ κράσπεδον αὐτοῦ ἐγέμισε τὸν ναόν.
2
Ἄνωθεν αὐτοῦ ἵσταντο Σεραφεὶμ ἀνὰ ἕξ πτέρυγας ἔχοντα ἕκαστον· μὲ τὰς δύο ἐκάλυπτε τὸ πρόσωπον αὑτοῦ καὶ μὲ τὰς δύο ἐκάλυπτε τοὺς πόδας αὑτοῦ καὶ μὲ τὰς δύο ἐπέτα.
3
Καὶ ἔκραζε τὸ ἕν πρὸς τὸ ἄλλο καὶ ἔλεγεν, Ἃγιος, ἅγιος, ἅγιος ὁ Κύριος τῶν δυνάμεων· πᾶσα ἡ γῆ εἶναι πλήρης τῆς δόξης αὐτοῦ.
4
Καὶ οἱ παραστάται τῆς θύρας ἐσείσθησαν ἐκ τῆς φωνῆς τοῦ κράζοντος, καὶ ὁ οἶκος ἐπλήσθη καπνοῦ.
5
Τότε εἶπα, Ὦ τάλας ἐγώ· διότι ἐχάθην· ἐπειδή εἶμαι ἄνθρωπος ἀκαθάρτων χειλέων καὶ κατοικῶ ἐν μέσῳ λαοῦ ἀκαθάρτων χειλέων· ἐπειδή οἱ ὀφθαλμοὶ μου εἶδον τὸν Βασιλέα, τὸν Κύριον τῶν δυνάμεων.
6
Τότε ἐπέτασε πρὸς ἐμὲ ἕν ἐκ τῶν Σεραφείμ ἔχον ἐν τῇ χειρὶ αὑτοῦ ἄνθρακα πυρός, τὸν ὁποῖον ἔλαβε διὰ τῆς λαβίδος ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου.
7
Καὶ ἤγγισεν αὐτὸν εἰς τὸ στόμα μου καὶ εἶπεν, Ἰδού, τοῦτο ἤγγισε τὰ χείλη σου· καὶ ἡ ἀνομία σου ἐξηλείφθη καὶ ἡ ἀμαρτία σου ἐκαθαρίσθη.
8
Καὶ ἤκουσα τὴν φωνήν τοῦ Κυρίου, λέγοντος, Τίνα θέλω ἀποστείλει, καὶ τίς θέλει ὑπάγει διὰ ἡμᾶς; Τότε εἶπα, Ἰδού, ἐγώ, ἀπόστειλόν με.
9
Καὶ εἶπεν, Ὕπαγε καὶ εἰπὲ πρὸς τοῦτον τὸν λαόν, μὲ τὴν ἀκοήν θέλετε ἀκούσει καὶ δὲν θέλετε ἐννοήσει· καὶ βλέποντες θέλετε ἰδεῖ καὶ δὲν θέλετε καταλάβει·
10
ἐπαχύνθη ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ ἔγειναν βαρέα τὰ ὦτα αὑτῶν, καὶ ἔκλεισαν τοὺς ὀφθαλμοὺς αὑτῶν, διὰ νὰ μή βλέπωσι μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὑτῶν καὶ ἀκούωσι μὲ τὰ ὦτα αὑτῶν καὶ νοήσωσι μὲ τὴν καρδίαν αὑτῶν καὶ ἐπιστρέψωσι καὶ θεραπευθῶσι.
11
Τότε εἶπα, Κύριε, ἕως πότε; Καὶ ἀπεκρίθη, Ἑωσοῦ ἐρημωθῶσιν αἱ πόλεις, ὥστε νὰ μή ὑπάρχῃ κάτοικος, καὶ αἱ οἰκίαι, ὥστε νὰ μή ὑπάρχῃ ἄνθρωπος, καὶ ἡ γῆ νὰ ἐρημωθῇ παντάπασιν·
12
καὶ ἀπομακρύνῃ ὁ Κύριος τοὺς ἀνθρώπους, καὶ γείνῃ μεγάλη ἐγκατάλειψις ἐν τῷ μέσῳ τῆς γῆς.
13
Ἔτι ὅμως θέλει μείνει ἐν αὐτῇ ἕν δέκατον, καὶ αὐτὸ πάλιν θέλει καταφαγωθῆ· καθὼς ἡ τερέβινθος καὶ ἡ δρῦς, τῶν ὁποίων ὁ κορμὸς μένει ἐν αὐταῖς ὅταν κόπτωνται, οὕτω τὸ ἅγιον σπέρμα θέλει εἶσθαι ὁ κορμὸς αὐτῆς.
← Chapter 5
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 43
Chapter 44
Chapter 45
Chapter 46
Chapter 47
Chapter 48
Chapter 49
Chapter 50
Chapter 51
Chapter 52
Chapter 53
Chapter 54
Chapter 55
Chapter 56
Chapter 57
Chapter 58
Chapter 59
Chapter 60
Chapter 61
Chapter 62
Chapter 63
Chapter 64
Chapter 65
Chapter 66
Chapter 7 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42
43
44
45
46
47
48
49
50
51
52
53
54
55
56
57
58
59
60
61
62
63
64
65
66