bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
greek
/
Isaiah 7
Isaiah 7
greek
← Chapter 6
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 43
Chapter 44
Chapter 45
Chapter 46
Chapter 47
Chapter 48
Chapter 49
Chapter 50
Chapter 51
Chapter 52
Chapter 53
Chapter 54
Chapter 55
Chapter 56
Chapter 57
Chapter 58
Chapter 59
Chapter 60
Chapter 61
Chapter 62
Chapter 63
Chapter 64
Chapter 65
Chapter 66
Chapter 8 →
1
Καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ Ἄχαζ, υἱοῦ τοῦ Ἰωάθαμ, υἱοῦ τοῦ Ὀζίου, βασιλέως τοῦ Ἰούδα, Ῥεσὶν ὁ βασιλεὺς τῆς Συρίας, καὶ Φεκὰ ὁ υἱὸς τοῦ Ῥεμαλία, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ἀνέβησαν ἐπὶ τὴν Ἱερουσαλήμ διὰ νὰ πολεμήσωσιν αὐτήν· ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐκπολιορκήσωσιν αὐτήν.
2
Καὶ ἀνήγγειλαν πρὸς τὸν οἶκον Δαβὶδ λέγοντες, Ἡ Συρία συνεφώνησε μετὰ τοῦ Ἐφραΐμ. Καὶ ἡ καρδία τοῦ Ἄχαζ καὶ ἡ καρδία τοῦ λαοῦ αὐτοῦ ἐκλονίσθη, ὡς τὰ δένδρα τοῦ δάσους κλονίζονται ὑπὸ τοῦ ἀνέμου.
3
Τότε εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τὸν Ἡσαΐαν, Ἔξελθε τώρα εἰς συνάντησιν τοῦ Ἄχαζ, σὺ καὶ Σεὰρ-ἰασοὺβ ὁ υἱὸς σου, εἰς τὸ ἄκρον τοῦ ὑδραγωγοῦ τῆς ἄνω κολυμβήθρας κατὰ τὴν μεγάλην ὁδὸν τοῦ ἀγροῦ τοῦ γναφέως·
4
καὶ εἰπὲ πρὸς αὐτόν, Πρόσεχε νὰ μένῃς ἥσυχος· μή φοβηθῇς μηδὲ μικροψυχήσῃς, διὰ τὰς δύο οὐρὰς τῶν καπνιζόντων τούτων δαυλῶν, διὰ τὸν ἄγριον θυμὸν τοῦ Ῥεσὶν καὶ τῆς Συρίας, καὶ τοῦ υἱοῦ τοῦ Ῥεμαλία.
5
Ἐπειδή ἡ Συρία, ὁ Ἐφραΐμ καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Ῥεμαλία ἐβουλεύθησαν κακήν βουλήν ἐναντίον σου, λέγοντες,
6
Ἄς ἀναβῶμεν ἐναντίον τοῦ Ἰούδα καὶ ἄς στενοχωρήσωμεν αὐτόν, καὶ ἄς διαμερισθῶμεν αὐτὸν εἰς ἑαυτούς, καὶ ἄς βάλωμεν βασιλέα ἐν μέσῳ αὐτοῦ, τὸν υἱὸν τοῦ Ταβεήλ·
7
οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεός· Τοῦτο δὲν θέλει σταθῆ οὐδὲ θέλει γείνει.
8
Διότι ἡ κεφαλή τῆς Συρίας εἶναι ἡ Δαμασκός, καὶ ἡ κεφαλή τῆς Δαμασκοῦ ὁ Ῥεσὶν καὶ εἰς ἑξήκοντα πέντε ἔτη ὁ Ἐφραΐμ θέλει συντριφθῆ, ὥστε νὰ μή ἦναι λαός.
9
Καὶ ἡ κεφαλή τοῦ Ἐφραΐμ εἶναι ἡ Σαμάρεια, καὶ ἡ κεφαλή τῆς Σαμαρείας ὁ υἱὸς τοῦ Ῥεμαλία. Ἐὰν δὲν πιστεύητε, δὲν θέλετε βεβαίως στερεωθῆ.
10
Καὶ ἐλάλησεν ἔτι ὁ Κύριος πρὸς τὸν Ἄχαζ, λέγων,
11
Ζήτησον σημεῖον παρὰ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου· ζήτησον αὐτὸ ἤ εἰς τὸ βάθος ἤ εἰς τὸ ὕψος ἄνω.
12
Ἀλλ᾿ ὁ Ἄχαζ εἶπε, δὲν θέλω ζητήσει οὐδὲ θέλω πειράσει τὸν Κύριον.
13
Καὶ εἶπεν ὁ Ἡσαΐας, Ἀκούσατε τώρα, οἶκος Δαβίδ· μικρὸν πρᾶγμα εἶναι διὰ σᾶς νὰ βαρύνητε ἀνθρώπους, καὶ θέλετε βαρύνει ἔτι καὶ τὸν Θεὸν μου;
14
Διὰ τοῦτο ὁ Κύριος αὐτὸς θέλει σᾶς δώσει σημεῖον· ἰδού, ἡ παρθένος θέλει συλλάβει καὶ γεννήσει υἱόν, καὶ θέλει καλεσθῆ τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ.
15
Βούτυρον καὶ μέλι θέλει φάγει, ἑωσοῦ μάθῃ νὰ ἀπορρίπτῃ τὸ κακὸν καὶ νὰ ἐκλέγῃ τὸ ἀγαθόν.
16
Διότι πρὶν μάθῃ τὸ παιδίον νὰ ἀπορρίπτῃ τὸ κακὸν καὶ νὰ ἐκλέγῃ τὸ ἀγαθόν, ἡ γῆ, τὴν ὁποίαν ἀποστρέφεσαι, θέλει ἐγκαταλειφθῆ ὑπὸ τῶν δύο βασιλέων αὐτῆς.
17
Ὁ Κύριος θέλει φέρει ἐπὶ σέ, καὶ ἐπὶ τὸν λαὸν σου, καὶ ἐπὶ τὸν οἶκον τοῦ πατρὸς σου, ἡμέρας, αἵτινες δὲν ἦλθον ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας ἐχωρίσθη ἀπὸ τοῦ Ἰούδα ὁ Ἐφραΐμ, διὰ τοῦ βασιλέως τῆς Ἀσσυρίας.
18
Καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ θέλει συρίξει ὁ Κύριος εἰς τὰς μυίας τὰς ἐν τοῖς ἐσχάτοις τῶν ποταμῶν τῆς Αἰγύπτου, καὶ εἰς τὰς μελίσσας τὰς ἐν τῇ γῇ τῆς Ἀσσυρίας·
19
καὶ θέλουσιν ἐλθεῖ καὶ ἀναπαυθῆ πᾶσαι ἐπὶ τὰς ἠρημωμένας κοιλάδας καὶ ἐν ταῖς τρύπαις τῶν βράχων καὶ ἐπὶ πᾶσαν βάτον καὶ ἐπὶ πᾶν ὡραῖον δένδρον.
20
Ἐν τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ὁ Κύριος θέλει ξυρίσει, μὲ τὸ ξυράφιον τὸ μεμισθωμένον ἀπὸ τοῦ πέραν τοῦ ποταμοῦ, μετὰ τοῦ βασιλέως τῆς Ἀσσυρίας, τὴν κεφαλήν καὶ τὰς τρίχας τῶν ποδῶν καὶ τὸν πώγωνα ἔτι θέλει ἀφαιρέσει.
21
Καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἄνθρωπος τρέφων μίαν δάμαλιν καὶ δύο πρόβατα,
22
ἀπὸ τῆς ἀφθονίας τοῦ γάλακτος, τὸ ὁποῖον θέλουσι δίδει, βούτυρον θέλει τρώγει· διότι βούτυρον καὶ μέλι θέλει τρώγει ἕκαστος, ὅστις ὑπελείφθη ἐν τῷ μέσῳ τῆς γῆς.
23
Καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ πᾶς τόπος, ἐν ἦσαν χίλιαι ἄμπελοι χιλίων ἀργυρίων, θέλει εἶσθαι διὰ τριβόλους καὶ ἀκάνθας.
24
Μὲ βέλη καὶ μὲ τόξα θέλουσιν ἐλθεῖ ἐκεῖ· διότι πᾶσα ἡ γῆ θέλει κατασταθῆ τρίβολοι καὶ ἄκανθαι.
25
Καὶ πᾶν ὄρος γεγεωργημένον μὲ δίκελλαν, ὅπου δὲν ἦλθε φόβος τριβόλων καὶ ἀκανθῶν, θέλει εἶσθαι διὰ νὰ ἐξαποστέλλωνται ἐκεῖ βόες καὶ διὰ νὰ καταπατῆται ὑπὸ προβάτων.
← Chapter 6
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 43
Chapter 44
Chapter 45
Chapter 46
Chapter 47
Chapter 48
Chapter 49
Chapter 50
Chapter 51
Chapter 52
Chapter 53
Chapter 54
Chapter 55
Chapter 56
Chapter 57
Chapter 58
Chapter 59
Chapter 60
Chapter 61
Chapter 62
Chapter 63
Chapter 64
Chapter 65
Chapter 66
Chapter 8 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42
43
44
45
46
47
48
49
50
51
52
53
54
55
56
57
58
59
60
61
62
63
64
65
66