bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
greek
/
Jeremiah 10
Jeremiah 10
greek
← Chapter 9
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 43
Chapter 44
Chapter 45
Chapter 46
Chapter 47
Chapter 48
Chapter 49
Chapter 50
Chapter 51
Chapter 52
Chapter 11 →
1
Ἀκούσατε τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος λαλεῖ πρὸς ἐσᾶς, οἶκος Ἰσραήλ.
2
Οὕτω λέγει Κύριος· Μή μανθάνετε τὴν ὁδὸν τῶν ἐθνῶν καὶ εἰς τὰ σημεῖα τοῦ οὐρανοῦ μή πτοεῖσθε, διότι τὰ ἔθνη πτοοῦνται εἰς αὐτά.
3
Διότι τὰ νόμιμα τῶν λαῶν εἶναι μάταια, διότι κόπτουσι ξύλον ἐκ τοῦ δάσους, ἔργον χειρῶν τέκτονος μὲ τὸν πέλεκυν.
4
Καλλωπίζουσιν αὐτὸ μὲ ἄργυρον καὶ χρυσόν· στερεόνουσιν αὐτὸ μὲ καρφία καὶ μὲ σφύρας, διὰ νὰ μή κινῆται.
5
Εἶναι ὄρθια ὡς φοίνιξ, ἀλλὰ δὲν λαλοῦσιν· ἔχουσι χρείαν νὰ βαστάζωνται, διότι δὲν δύνανται νὰ περιπατήσωσι. Μή φοβεῖσθε αὐτά· διότι δὲν δύνανται νὰ κακοποιήσωσιν, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν εἰς αὐτὰ νὰ ἀγαθοποιήσωσι.
6
Δὲν ὑπάρχει ὅμοιός σου, Κύριε· εἶσαι μέγας καὶ μέγα τὸ ὄνομά σου ἐν δυνάμει.
7
Τίς δὲν ἤθελε σὲ φοβεῖσθαι, Βασιλεῦ τῶν ἐθνῶν; διότι εἰς σὲ ἀνήκει τοῦτο, διότι μεταξὺ πάντων τῶν σοφῶν τῶν ἐθνῶν καὶ ἐν πᾶσι τοῖς βασιλείοις αὐτῶν δὲν ὑπάρχει ὅμοιός σου.
8
Ἀλλ᾿ εἶναι παντάπασι κτηνώδεις καὶ ἄφρονες· διδασκαλία ματαιοτήτων εἶναι τὸ ξύλον.
9
Ἀργύριον κεχυμένον εἰς πλάκας ἐφέρθη ἀπὸ Θαρσεὶς καὶ χρυσίον ἀπὸ Οὐφάζ, ἔργον τεχνίτου καὶ χειρῶν χρυσοχόου· κυανοῦν καὶ πορφυροῦν εἶναι τὸ ἔνδυμα αὐτῶν· ἔργον σοφῶν πάντα ταῦτα.
10
Ἀλλ᾿ ὁ Κύριος εἶναι Θεὸς ἀληθινός, εἶναι Θεὸς ζῶν καὶ βασιλεὺς αἰώνιος· ἐν τῇ ὀργῇ αὐτοῦ ἡ γῆ θέλει σεισθῆ καὶ τὰ ἔθνη δὲν θέλουσιν ἀνθέξει εἰς τὴν ἀγανάκτησιν αὐτοῦ.
11
Οὕτω θέλετε εἰπεῖ πρὸς αὐτούς· οἱ θεοί, οἵτινες δὲν ἔκαμον τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, θέλουσιν ἀφανισθῆ ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ὑποκάτωθεν τοῦ οὐρανοῦ τούτου.
12
Αὐτὸς ἐποίησε τὴν γῆν διὰ τῆς δυνάμεως αὑτοῦ, ἐστερέωσε τὴν οἰκουμένην ἐν τῇ σοφίᾳ αὑτοῦ, καὶ ἐξέτεινε τοὺς οὐρανοὺς ἐν τῇ συνέσει αὑτοῦ.
13
Ὅταν ἐκπέμπῃ τὴν φωνήν αὑτοῦ, συνίσταται πλῆθος ὑδάτων ἐν οὐρανοῖς, καὶ ἀνάγει νεφέλας ἀπὸ τῶν ἄκρων τῆς γῆς· κάμνει ἀστραπὰς διὰ βροχήν καὶ ἐξάγει ἄνεμον ἀπὸ τῶν θησαυρῶν αὑτοῦ.
14
Πᾶς ἄνθρωπος ἐμωράνθη ὑπὸ τῆς γνώσεως αὑτοῦ, πᾶς χωνευτής κατῃσχύνθη ὑπὸ τῶν γλυπτῶν· διότι ψεῦδος εἶναι τὸ χωνευτὸν αὐτοῦ καὶ πνοή δὲν ὑπάρχει ἐν αὐτῷ.
15
Ματαιότης ταῦτα, ἔργον πλάνης· ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐπισκέψεως αὐτῶν θέλουσιν ἀπολεσθῆ.
16
Ἡ μερὶς τοῦ Ἰακὼβ δὲν εἶναι ὡς αὐτά· διότι αὐτὸς εἶναι ὁ πλάσας τὰ πάντα, καὶ ὁ Ἰσραήλ εἶναι ἡ ῥάβδος τῆς κληρονομίας αὐτοῦ· Κύριος τῶν δυνάμεων τὸ ὄνομα αὐτοῦ.
17
Σύναξον ἐκ τῆς γῆς τὴν περιουσίαν σου, σύ, ἡ κατοικοῦσα ἐν ὀχυρώματι.
18
Διότι οὕτω λέγει Κύριος· Ἰδού, ἐγὼ θέλω ἐκσφενδονίσει τοὺς κατοίκους τῆς γῆς ταύτην τὴν φορὰν καὶ θέλω στενοχωρήσει αὐτούς, ὥστε νὰ εὕρωσιν αὐτό.
19
Οὐαὶ εἰς ἐμὲ διὰ τὴν θραῦσίν μου· ἡ πληγή μου εἶναι ὀδυνηρά· ἀλλ᾿ ἐγὼ εἶπα, Τῳόντι τοῦτο εἶναι πόνος μου, καὶ πρέπει νὰ ὑποφέρω αὐτόν.
20
Ἡ σκηνή μου ἠρημώθη καὶ πάντα τὰ σχοινία μου κατεκόπησαν· οἱ υἱοὶ μου ἐχωρίσθησαν ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ δὲν ὑπάρχουσι· δὲν ὑπάρχει πλέον ὁ ἐκτείνων τὴν σκηνήν μου καὶ σηκόνων τὰ παραπετάσματά μου.
21
Ἐπειδή οἱ ποιμένες ἐμωράνθησαν καὶ τὸν Κύριον δὲν ἐξεζήτησαν, διὰ τοῦτο δὲν θέλουσιν εὐοδωθῆ καὶ πάντα τὰ ποίμνια αὐτῶν θέλουσι διασκορπισθῆ.
22
Ἰδού, ἦχος θορύβου ἔρχεται καὶ συγκίνησις μεγάλη ἐκ τῆς γῆς τοῦ βορρᾶ, διὰ νὰ καταστήσῃ τὰς πόλεις τοῦ Ἰούδα ἐρήμωσιν, κατοικίαν θώων.
23
Κύριε, γνωρίζω ὅτι ἡ ὁδὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἐξαρτᾶται ἀπ᾿ αὐτοῦ· τοῦ περιπατοῦντος ἀνθρώπου δὲν εἶναι τὸ νὰ κατευθύνῃ τὰ διαβήματα αὑτοῦ.
24
Κύριε, παίδευσόν με, πλήν ἐν κρίσει· μή ἐν τῷ θυμῷ σου, διὰ νὰ μή μὲ συντελέσῃς.
25
Ἔκχεε τὸν θυμὸν σου ἐπὶ τὰ ἔθνη τὰ μή γνωρίζοντά σε, καὶ ἐπὶ γενεάς, αἵτινες δὲν ἐπικαλοῦνται τὸ ὄνομά σου· διότι κατέφαγον τὸν Ἰακὼβ καὶ κατηνάλωσαν αὐτὸν καὶ κατέφθειραν αὐτὸν καὶ ἠρήμωσαν τὴν κατοικίαν αὐτοῦ.
← Chapter 9
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 43
Chapter 44
Chapter 45
Chapter 46
Chapter 47
Chapter 48
Chapter 49
Chapter 50
Chapter 51
Chapter 52
Chapter 11 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42
43
44
45
46
47
48
49
50
51
52