bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
greek
/
Jeremiah 18
Jeremiah 18
greek
← Chapter 17
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 43
Chapter 44
Chapter 45
Chapter 46
Chapter 47
Chapter 48
Chapter 49
Chapter 50
Chapter 51
Chapter 52
Chapter 19 →
1
Ὁ λόγος ὁ γενόμενος πρὸς Ἱερεμίαν παρὰ Κυρίου, λέγων,
2
Σηκώθητι καὶ κατάβηθι εἰς τὸν οἶκον τοῦ κεραμέως, καὶ ἐκεῖ θέλω σὲ κάμει νὰ ἀκούσῃς τοὺς λόγους μου.
3
Τότε κατέβην εἰς τὸν οἶκον τοῦ κεραμέως, καὶ ἰδού, εἰργάζετο ἔργον ἐπὶ τοὺς τροχούς.
4
Καὶ ἐχαλάσθη τὸ ἀγγεῖον, τὸ ὁποῖον ἔκαμνεν ἐκ πηλοῦ, ἐν τῇ χειρὶ τοῦ κεραμέως, καὶ πάλιν ἔκαμεν αὐτὸ ἄλλο ἀγγεῖον, καθὼς ἤρεσεν εἰς τὸν κεραμέα νὰ κάμῃ.
5
Τότε ἔγεινε λόγος Κύριου πρὸς ἐμέ, λέγων,
6
Οἶκος Ἰσραήλ, δὲν δύναμαι νὰ κάμω εἰς ἐσᾶς, καθὼς οὗτος ὁ κεραμεύς; λέγει Κύριος. Ἰδού, ὡς ὁ πηλὸς ἐν τῇ χειρὶ τοῦ κεραμέως, οὕτω σεῖς, οἶκος Ἰσραήλ, εἶσθε ἐν τῇ χειρὶ μου.
7
Ἐν τῇ στιγμῇ, καθ᾿ ἥν ἤθελον λαλήσει κατὰ ἔθνους ἤ κατὰ βασιλείας, διὰ νὰ ἐκριζώσω καὶ νὰ κατασκάψω καὶ νὰ καταστρέψω,
8
ἐὰν τὸ ἔθνος ἐκεῖνο, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐλάλησα, ἐπιστρέψῃ ἀπὸ τῆς κακίας αὑτοῦ, θέλω μετανοήσει περὶ τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἐβουλεύθην νὰ κάμω εἰς αὐτὸ.
9
Καὶ ἐν τῇ στιγμῇ, καθ᾿ ἥν ἤθελον λαλήσει περὶ ἔθνους ἤ περὶ βασιλείας, νὰ οἰκοδομήσω καὶ νὰ φυτεύσω,
10
ἐὰν κάμῃ κακὸν ἐνώπιόν μου, ὥστε νὰ μή ὑπακούῃ τῆς φωνῆς μου, τότε θέλω μετανοήσει περὶ τοῦ καλοῦ, μὲ τὸ ὁποῖον εἶπα ὅτι θέλω ἀγαθοποιήσει αὐτὸ.
11
Καὶ τώρα εἰπὲ πρὸς τοὺς ἄνδρας Ἰούδα καὶ πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς Ἱερουσαλήμ, λέγων, Οὕτω λέγει Κύριος· Ἰδού, ἐγὼ ἑτοιμάζω κακὸν καθ᾿ ὑμῶν καὶ βουλεύομαι βουλήν καθ᾿ ὑμῶν· ἐπιστρέψατε λοιπὸν ἕκαστος ἀπὸ τῆς πονηρᾶς ὁδοῦ αὑτοῦ καὶ διορθώσατε τὰς ὁδοὺς ὑμῶν καὶ τὰς πράξεις ὑμῶν.
12
Οἱ δὲ εἶπον, Εἰς μάτην· διότι ὀπίσω τῶν διαβουλίων ἡμῶν θέλομεν περιπατεῖ καὶ ἕκαστος τὰς ὀρέξεις τῆς καρδίας αὑτοῦ τῆς πονηρᾶς θέλομεν πράττει.
13
Διὰ τοῦτο οὕτω λέγει Κύριος· Ἐρωτήσατε τώρα μεταξὺ τῶν ἐθνῶν, τίς ἤκουσε τοιαῦτα; ἡ παρθένος τοῦ Ἰσραήλ ἔκαμε φρικτὰ σφόδρα.
14
Θέλει τις ἀφήσει τὸν χιονώδη Λίβανον διὰ τὸν βράχον τῆς πεδιάδος; ἤ θέλουσιν ἐγκαταλίπει τὰ δροσερὰ ἐκρέοντα ὕδατα διὰ τὰ μακρόθεν ἐρχόμενα;
15
Ἀλλ᾿ ὁ λαὸς μου ἐλησμόνησεν ἐμέ, ἐθυμίασεν εἰς τὴν ματαιότητα καὶ προσέκοψαν ἐν ταῖς ὁδοῖς αὑτῶν, ταῖς αἰωνίοις τρίβοις, διὰ νὰ περιπατῶσιν ἐν τρίβοις ὁδοῦ μή ἐξωμαλισμένης·
16
διὰ νὰ καταστήσωσι τὴν γῆν αὑτῶν ἐρήμωσιν καὶ χλευασμὸν αἰώνιον· πᾶς ὁ διαβαίνων δι᾿ αὐτῆς θέλει μένει ἔκθαμβος καὶ σείει τὴν κεφαλήν αὑτοῦ.
17
Θέλω διασκορπίσει αὐτοὺς ἔμπροσθεν τοῦ ἐχθροῦ ὡς καυστικὸς ἄνεμος· θέλω δείξει εἰς αὐτοὺς νῶτα καὶ οὐχὶ πρόσωπον ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς συμφορᾶς αὐτῶν.
18
Τότε εἶπον, Ἔλθετε καὶ ἄς συμβουλευθῶμεν βουλὰς κατὰ τοῦ Ἱερεμίου· διότι νόμος δὲν θέλει χαθῆ ἀπὸ ἱερέως οὐδὲ βουλή ἀπὸ σοφοῦ οὐδὲ λόγος ἀπὸ προφήτου· ἔλθετε καὶ ἄς πατάξωμεν αὐτὸν μὲ τὴν γλῶσσαν καὶ ἄς μή προσέξωμεν εἰς μηδένα τῶν λόγων αὐτοῦ.
19
Πρόσεξον εἰς ἐμέ, Κύριε, καὶ ἄκουσον τὴν φωνήν τῶν διαφιλονεικούντων μὲ ἐμέ.
20
Θέλει ἀνταποδοθῆ κακὸν ἀντὶ καλοῦ; διότι ἔσκαψαν λάκκον διὰ τὴν ψυχήν μου. Ἐνθυμήθητι ὅτι ἐστάθην ἐνώπιόν σου διὰ νὰ λαλήσω ὑπὲρ αὐτῶν ἀγαθά, διὰ νὰ ἀποστρέψω τὸν θυμὸν σου ἀπ᾿ αὐτῶν.
21
Διὰ τοῦτο παράδος τοὺς υἱοὺς αὐτῶν εἰς τὴν πεῖναν καὶ δὸς αὐτοὺς εἰς χεῖρας μαχαίρας, καὶ ἄς γείνωσιν αἱ γυναῖκες αὐτῶν ἄτεκνοι καὶ χῆραι· καὶ οἱ ἄνδρες αὐτῶν ἄς θανατωθῶσιν· οἱ νεανίσκοι αὐτῶν ἄς πέσωσι διὰ μαχαίρας ἐν τῇ μάχῃ.
22
Ἄς ἀκουσθῇ κραυγή ἐκ τῶν οἰκιῶν αὐτῶν, ὅταν φέρῃς ἐξαίφνης ἐπ᾿ αὐτοὺς λεηλάτας· διότι ἔσκαψαν λάκκον διὰ νὰ μὲ πιάσωσι καὶ ἔκρυψαν παγίδας διὰ τοὺς πόδας μου.
23
Σὺ δέ, Κύριε, γνωρίζεις πᾶσαν τὴν κατ᾿ ἐμοῦ βουλήν αὐτῶν εἰς τὸ νὰ μὲ θανατώσωσι· μή συγχωρήσῃς τὴν ἀνομίαν αὐτῶν, καὶ τὴν ἁμαρτίαν αὐτῶν μή ἐξαλείψῃς ἀπ᾿ ἔμπροσθέν σου· ἀλλὰ ἄς καταστραφῶσιν ἐνώπιόν σου· ἐνέργησον κατ᾿ αὐτῶν ἐν τῷ καιρῷ τοῦ θυμοῦ σου.
← Chapter 17
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 43
Chapter 44
Chapter 45
Chapter 46
Chapter 47
Chapter 48
Chapter 49
Chapter 50
Chapter 51
Chapter 52
Chapter 19 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42
43
44
45
46
47
48
49
50
51
52