bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
Greek TGV
/
Job 10
Job 10
Greek TGV
← Chapter 9
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 11 →
1
Σιχάθηκα τη ζωή μου· και το παράπονό μου δε διστάζω να το πω, μέσ’ απ’ την πίκρα της ψυχής μου να μιλήσω.
2
Λέω στο Θεό: «Μη με καταδικάσεις! Δείξε μου, για ποιο πράγμα με κατηγορείς.
3
Υπάρχει λόγος να με βασανίζεις; Να ’χεις στην καταφρόνια το έργο που δημιούργησες και να ευνοείς τα σχέδια των ασεβών;
4
Ανθρώπινα είν’ τα μάτια σου; Βλέπεις κι εσύ καθώς οι ανθρώποι βλέπουν;
5
Είν’ η ζωή σου σαν του ανθρώπου λιγοστή, τα χρόνια σου σαν τα δικά του χρόνια,
6
και ψάχνεις συνεχώς να βρεις την ανομία μου, και ερευνάς ν’ ανακαλύψεις κάθε μου αμαρτία;
7
Αφού καλά το ξέρεις πως δεν είμαι ένοχος και πως κανένας δεν μπορεί από τα χέρια σου να με γλιτώσει.
8
»Τα χέρια τα δικά σου με σχημάτισαν και μ’ έπλασαν· και τώρα αυτά τα ίδια σου τα χέρια ζητάνε να με καταστρέψουν;
9
Θυμήσου, σε παρακαλώ, πως από χώμα μ’ έπλασες· και τώρα θέλεις πάλι να με κάνεις χώμα;
10
Καθώς το γάλα μ’ έχυσες, και με σχημάτισες έτσι όπως πήζουν το τυρί.
11
Με ύφανες με κόκαλα και τένοντες και μ’ έντυσες με σάρκα και με δέρμα.
12
Ζωή μού χάρισες και σταθερή αγάπη, και στη ζωή με κράτησε η φροντίδα σου.
13
Μα τώρα ξέρω τι σχεδίαζες για μένα και τι κρυφά λογάριαζες:
14
Αν αμαρτήσω, να με πιάσεις και να μη συγχωρήσεις την παρανομία μου.
15
Αλίμονό μου αν είμαι ένοχος! Κι αν είμαι αθώος πάλι δεν τολμώ να υψώσω το κεφάλι. Ταλαίπωρος εγώ και καταντροπιασμένος!
16
Αν κάνω να σηκώσω το κεφάλι, σαν το λιοντάρι με κυνηγάς και με συνθλίβεις με την περισσευούμενή σου δύναμη.
17
Έχεις πάντα εναντίον μου καινούριους μάρτυρες, η οργή σου πάνω μου ολοένα και πληθαίνει· μου επιτίθεσαι με νέες συμφορές.
18
»Γιατί απ’ τη μήτρα μ’ άφησες να βγω; Θα πέθαινα και δε θα μ’ είχε δει ανθρώπου μάτι.
19
Θα ’τανε σαν να μην υπήρξα, κι απ’ τη κοιλιά στον τάφο μου θα ’χα μεταφερθεί.
20
Λίγη μου μένει πια ζωή. Πάρε από μένα τις ταλαιπωρίες κι άσε με λίγη ανάπαυση να βρω,
21
πριν πάω εκεί απ’ όπου πια δε θα γυρίσω, στου σκοταδιού τη χώρα και της σκιάς,
22
στη χώρα όπου βαθύτατο σκοτάδι βασιλεύει και σύγχυση, όπου ακόμα και το φως είναι σαν το σκοτάδι!»
← Chapter 9
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 11 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42