bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
Greek TGV
/
Job 11
Job 11
Greek TGV
← Chapter 10
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 12 →
1
Τότε μίλησε ο Σωφάρ, ο Νααμαθίτης.
2
Αυτός ο χείμαρρος των λόγων θα μείνει αναπάντητος; Όταν μιλάει κανείς πολύ θα πει πως έχει δίκιο;
3
Λες πως οι φλυαρίες σου θα μας αποστομώσουν; Πώς μπορείς τάχα να χλευάζεις χωρίς επίπληξη καμιά;
4
Είπες ότι σωστά είναι τα λόγια σου και πως είσαι άμεμπτος ενώπιον του Θεού.
5
Αχ! Και να μίλαγε ο Θεός ο ίδιος και ν’ άνοιγε τα χείλη του για να σου απαντήσει όπως σου πρέπει!
6
Για να σου φανερώσει της σοφίας τα μυστικά αυτά που είναι πολύ βαθιά για τη δική μας γνώση. Τότε θα καταλάβαινες πως παραβλέπει ο Θεός πολλά απ’ τ’ ανομήματά σου.
7
Θαρρείς ότι μπορείς τα βάθη να νοήσεις του Θεού, τα μυστικά να εξιχνιάσεις του Παντοδύναμου;
8
Είναι ψηλότερα κι από τον ουρανό· σαν τι μπορείς να κάνεις; Και πιο βαθιά από τον άδη· να μάθεις τι μπορείς;
9
Σ’ έκταση ξεπερνούν τη γη, κι είναι πλατύτερα, απ’ τη θάλασσα.
10
Αν ο Θεός περάσει και συλλάβει κάποιον, και τονε φέρει μπρος στο δικαστήριο, ποιος μπορεί να του αντισταθεί;
11
Εκείνος που καλά γνωρίζει τους πανούργους δε θα μπορούσε να διακρίνει το δόλο τους;
12
Μα ο ανόητος, σοφός να γίνει δεν μπορεί· όπως δεν γίνεται ένα άγριο γαϊδουράκι ήμερο να γεννηθεί.
13
Στρέψε, Ιώβ, την καρδιά σου στο Θεό και παρακλητικά σ’ αυτόν τα χέρια σου άπλωσέ τα.
14
Πρώτα όμως απ’ την ανομία καθάρισ’ τα και μην αφήσεις την αδικία άλλο στο σπίτι σου να μένει.
15
Τότε χωρίς καμιά ενοχή θα τον κοιτάς στα μάτια το Θεό· θα είσαι ακλόνητος και δίχως διόλου φόβο.
16
Τότε θα λησμονήσεις την ταλαιπωρία σου· θα ’ναι στη μνήμη σου όπως τα νερά, που κύλησαν και φύγαν.
17
Θα γίνει φωτεινότερη η ζωή σου κι από τη λάμψη του μεσημεριού, κι οι σκοτεινές της ώρες θα ’ναι σαν τη λαμπρότητα του πρωινού.
18
Θα ζεις με ασφάλεια, με μια καινούρια ελπίδα· ακόμα και ταπεινωμένος θα μπορείς ήσυχος να κοιμάσαι.
19
Θα πέφτεις για ν’ αναπαυτείς και δε θα ’ναι κανείς να σε τρομάξει· απεναντίας, την εύνοιά σου, πολλοί θα τη ζητούν.
20
Όμως οι ασεβείς θα κουραστούν, μάταια γυρεύοντας βοήθεια· η μόνη τους ελπίδα θα ’ναι ο θάνατος.
← Chapter 10
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 12 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42