bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
Greek TGV
/
Job 14
Job 14
Greek TGV
← Chapter 13
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 15 →
1
Αδύναμος και αβοήθητος γεννιέται ο άνθρωπος και λίγα χρόνια ζει γεμάτα στενοχώριες.
2
Σαν το λουλούδι ανθίζει και έπειτα μαραίνεται· φεύγει και χάνεται σαν τη σκιά.
3
Κι όλα αυτά Κύριε, εσύ, τα παρακολουθείς! Και με τραβάς σε δίκη να με κρίνεις!
4
Αλλά εσύ πρέπει να το ξέρεις πως ο άνθρωπος είν’ ακάθαρτος. Και πως τίποτα καθαρό δεν προέρχεται απ’ αυτόν.
5
Αφού οι μέρες του είναι μετρημένες, κι αριθμημένοι από σένα οι μήνες του, αφού του έβαλες όρια που να τα ξεπεράσει δεν μπορεί!
6
Πάρε απ’ αυτόν το βλέμμα σου για να μπορέσει να ησυχάσει, άσ’ του αυτή την ελάχιστη χαρά μες στη ζωή.
7
Ελπίδα έχει ακόμα κι ένα δέντρο όταν κοπεί, πως θα ξαναβλαστήσει και πως ποτέ δε θα του λείψουν οι τρυφεροί βλαστοί.
8
Ακόμη κι αν η ρίζα του γεράσει μες στη γη και νεκρωθεί το κούτσουρο μέσα στο χώμα,
9
μόλις νιώσει νερό, θ’ αναβλαστήσει, και σαν το νιόφυτο θα βγάλει νέα κλαδιά.
10
Μα ο άνθρωπος πεθαίνει, κι ετούτο είναι το τέλος του· όταν το πνεύμα του τ’ αφήσει, αυός πού θα βρεθεί;
11
Μπορεί μια μέρα τα νερά από τη λίμνη να χαθούνε, και να στερέψουν τα ποτάμια, να ξεραθούν.
12
Αλλά ο άνθρωπος πεθαίνει και δεν ξανασηκώνεται. Πιο εύκολο είν’ ο ουρανός να εξαφανιστεί παρά ένας πεθαμένος να ξυπνήσει κι από τον ύπνο του να σηκωθεί.
13
Αχ, και να μ’ έκρυβες στον άδη, Κύριε, κι εκεί να μ’ άφηνες κρυμμένον ώσπου ο θυμός σου να διαβεί, και να μου όριζες τη μέρα που θα με ξαναθυμηθείς.
14
Αλλά εκείνος που πεθαίνει, γίνεται να ξανάρθει στη ζωή; Όλες τις μέρες της ζωής μου θα υπέμενα τις συμφορές, αν έλπιζα πως θ’ άλλαζα κατάσταση.
15
Θα με καλούσες, κι εγώ θα σου απαντούσα· και θα ’χες πόθο για να δεις, το πλάσμα σου.
16
Θα πρόσεχες το κάθε βήμα μου μα δε θα μου κατέγραφες τα κρίματα.
17
Αντίθετα· τις παραβάσεις μου μέσα σε σάκο θα τις σφράγιζες και θα μου σκέπαζες κάθε παρανομία.
18
Βουνά γκρεμίζονται και χάνονται βράχοι απ’ τη θέση τους μετακινούνται,
19
τα νερά τρών’ ακόμα και τις πέτρες· κι η μπόρα παρασέρνει τα χώματα της γης· παρόμοια καταστρέφεις του ανθρώπου την ελπίδα εσύ.
20
Ρίχνεις τον άνθρωπο στη γη και χάνεται· την όψη του παραμορφώνεις με το θάνατο, τον διώχνεις μακριά.
21
Αν τα παιδιά του τα τιμούν, αυτός δεν το μαθαίνει· αν τα καταφρονούν, αυτός δεν ξέρει τίποτα.
22
Μονάχα του κορμιού του την οδύνη αισθάνεται, μόνο γι’ αυτόν τον ίδιο θλίβεται η ψυχή του.
← Chapter 13
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 15 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42