bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
greek
/
Psalms 18
Psalms 18
greek
← Chapter 17
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 43
Chapter 44
Chapter 45
Chapter 46
Chapter 47
Chapter 48
Chapter 49
Chapter 50
Chapter 51
Chapter 52
Chapter 53
Chapter 54
Chapter 55
Chapter 56
Chapter 57
Chapter 58
Chapter 59
Chapter 60
Chapter 61
Chapter 62
Chapter 63
Chapter 64
Chapter 65
Chapter 66
Chapter 67
Chapter 68
Chapter 69
Chapter 70
Chapter 71
Chapter 72
Chapter 73
Chapter 74
Chapter 75
Chapter 76
Chapter 77
Chapter 78
Chapter 79
Chapter 80
Chapter 81
Chapter 82
Chapter 83
Chapter 84
Chapter 85
Chapter 86
Chapter 87
Chapter 88
Chapter 89
Chapter 90
Chapter 91
Chapter 92
Chapter 93
Chapter 94
Chapter 95
Chapter 96
Chapter 97
Chapter 98
Chapter 99
Chapter 100
Chapter 101
Chapter 102
Chapter 103
Chapter 104
Chapter 105
Chapter 106
Chapter 107
Chapter 108
Chapter 109
Chapter 110
Chapter 111
Chapter 112
Chapter 113
Chapter 114
Chapter 115
Chapter 116
Chapter 117
Chapter 118
Chapter 119
Chapter 120
Chapter 121
Chapter 122
Chapter 123
Chapter 124
Chapter 125
Chapter 126
Chapter 127
Chapter 128
Chapter 129
Chapter 130
Chapter 131
Chapter 132
Chapter 133
Chapter 134
Chapter 135
Chapter 136
Chapter 137
Chapter 138
Chapter 139
Chapter 140
Chapter 141
Chapter 142
Chapter 143
Chapter 144
Chapter 145
Chapter 146
Chapter 147
Chapter 148
Chapter 149
Chapter 150
Chapter 19 →
1
[Εἰς τὸν πρῶτον μουσικόν. Ψαλμὸς τοῦ Δαβὶδ δούλου τοῦ Κυρίου, ὅστις ἐλάλησε πρὸς τὸν Κύριον τοὺς λόγους της ᾠδῆς ταύτης, καθ᾿ ἥν ἡμέραν ἠλευθέρωσεν αὐτὸν ὁ Κύριος ἐκ τῆς χειρὸς πάντων τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ καὶ ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ Σαούλ· καὶ εἶπε,] Θέλω σὲ ἀγαπᾷ, Κύριε, ἡ ἰσχὺς μου.
2
Ὁ Κύριος εἶναι πέτρα μου καὶ φρούριόν μου καὶ ἐλευθερωτής μου· Θεὸς μου, βράχος μου· ἐπ᾿ αὐτὸν θέλω ἐλπίζει· ἡ ἀσπὶς μου καὶ τὸ κέρας τῆς σωτηρίας μου· ὑψηλὸς πύργος μου.
3
Θέλω ἐπικαλεσθῆ τὸν ἀξιμνητον Κύριον, καὶ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου θέλω σωθῆ.
4
Πόνοι θανάτου μὲ περιεκύκλωσαν, καὶ χείμαρροι ἀνομίας μὲ κατετρόμαξαν·
5
Πόνοι τοῦ δου μὲ περιεκύκλωσαν, παγίδες θανάτου μὲ ἔφθασαν.
6
Ἐν τῇ στενοχωρίᾳ μου ἐπεκαλέσθην τὸν Κύριον, καὶ πρὸς τὸν Θεὸν μου ἐβόησα. Ἤκουσεν ἐκ τοῦ ναοῦ αὑτοῦ τῆς φωνῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου ἦλθεν ἐνώπιον αὐτοῦ εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ.
7
Τότε ἐσαλεύθη καὶ ἔντρομος ἔγεινεν ἡ γῆ, καὶ τὰ θεμέλια τῶν ὀρέων ἐταράχθησαν καὶ ἐσαλεύθησαν, διότι ὠργίσθη.
8
Καπνὸς ἀνέβαινεν ἐκ τῶν μυκτήρων αυτοῦ, καὶ πῦρ κατατρῶγον ἐκ τοῦ στόματος αυτοῦ· ἄνθρακες ἀνήφθησαν ἀπ᾿ αὐτοῦ.
9
Καὶ ἔκλινε τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατέβη, καὶ γνόφος ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ.
10
Καὶ ἐπέβη ἐπὶ χερουβεὶμ καὶ ἐπετάσθη· καὶ ἐπέταξεν ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων.
11
Ἔθεσε τὸ σκότος ἀπόκρυφον τόπον αὑτοῦ· ἡ σκηνή αὐτοῦ, πέριξ αὐτοῦ ἦσαν ὕδατα σκοτεινά, νέφη πυκνὰ τῶν ἀέρων.
12
Ἐκ τῆς λάμψεως τῆς ἔμπροσθεν αὐτοῦ διῆλθον τὰ νέφη αὐτοῦ, χάλαζα καὶ ἄνθρακες πυρός.
13
Καὶ ἐβρόντησεν ἐν οὐρανοῖς ὁ Κύριος, καὶ ὁ Ὕψιστος ἔδωκε τὴν φωνήν αὐτοῦ· χάλαζα καὶ ἄνθρακες πυρός.
14
Καὶ ἀπέστειλε τὰ βέλη αὑτοῦ καὶ ἐσκόρπισεν αὐτούς· καὶ ἀστραπὰς ἐπλήθυνε καὶ συνετάραξεν αὐτούς.
15
Καὶ ἐφάνησαν τὰ βάθη τῶν ὑδάτων καὶ ἀνεκαλύφθησαν τὰ θεμέλια τῆς οἰκουμένης, ἀπὸ τῆς ἐπιτιμήσεώς σου, Κύριε, ἀπὸ τοῦ φυσήματος τῆς πνοῆς τῶν μυκτήρων σου.
16
Ἐξαπέστειλεν ἐξ ὕψους· ἔλαβέ με· εἵλκυσέ με ἐξ ὑδάτων πολλῶν.
17
Ἠλευθέρωσέ με ἐκ τοῦ δυνατοῦ ἐχθροῦ μου, καὶ ἐκ τῶν μισούντων με, διότι ἦσαν δυνατώτεροί μου.
18
Προέφθασάν με ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς θλίψεώς μου· ἀλλ᾿ ὁ Κύριος ἐστάθη τὸ ἀντιστήριγμά μου·
19
καὶ ἐξήγαγέ με εἰς εὐρυχωρίαν· ἠλευθέρωσέ με διότι ηὐδόκησεν εἰς ἐμέ.
20
Ἀντήμειψέ με ὁ Κύριος κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου· κατὰ τὴν καθαρότητα τῶν χειρῶν μου ἀνταπέδωκεν εἰς ἐμέ.
21
Διότι ἐφύλαξα τὰς ὁδοὺς τοῦ Κυρίου, καὶ δὲν ἠσέβησα ἐκκλίνας ἀπὸ τοῦ Θεοῦ μου.
22
Διότι πᾶσαι αἱ κρίσεις αὐτοῦ ἦσαν ἔμπροσθέν μου, καὶ τὰ διατάγματα αὐτοῦ δὲν ἀπεμάκρυνα ἀπ᾿ ἐμοῦ·
23
καὶ ἐστάθην ἄμεμπτος πρὸς αὐτόν, καὶ ἐφυλάχθην ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου.
24
Καὶ ἀνταπέδωκεν εἰς ἐμὲ ὁ Κύριος κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου, κατὰ τὴν καθαρότητα τῶν χειρῶν μου ἔμπροσθεν τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ.
25
Μετὰ ὁσίου ὅσιος θέλεις εἶσθαι· μετὰ ἀνδρὸς τελείου τέλειος θέλεις εἶσθαι·
26
μετὰ καθαροῦ, καθαρὸς θέλεις εἶσθαι· καὶ μετὰ διεστραμμένου διεστραμμένως θέλεις φερθῆ.
27
Διότι σὺ θέλεις σώσει λαὸν τεθλιμμένον· ὀφθαλμοὺς δὲ ὑπερηφάνων θέλεις ταπεινώσει.
28
Διότι σὺ θέλεις φωτίσει τὸν λύχνον μου· Κύριος ὁ Θεὸς μου θέλει φωτίσει τὸ σκότος μου.
29
Διότι διὰ σοῦ θέλω διασπάσει στράτευμα, καὶ διὰ τοῦ Θεοῦ μου θέλω ὑπερπηδήσει τεῖχος.
30
Τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁδὸς αὐτοῦ εἶναι ἄμωμος· ὁ λόγος τοῦ Κυρίου εἶναι δεδοκιμασμένος· εἶναι ἀσπὶς πάντων τῶν ἐλπιζόντων ἐπ᾿ αὐτόν.
31
Διότι τίς Θεὸς πλήν τοῦ Κυρίου; καὶ τίς φρούριον πλήν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν;
32
Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ περιζωννύων με δύναμιν, καὶ καθιστῶν ἄμωμον τὴν ὁδὸν μου.
33
Κάμνει τοὺς πόδας μου ὡς τῶν ἐλάφων καὶ μὲ στήνει ἐπὶ τοὺς ὑψηλοὺς τόπους μου.
34
Διδάσκει τὰς χεῖράς μου εἰς πόλεμον, καὶ ἔκαμε τόξον χαλκοῦν τοὺς βραχίονάς μου.
35
Καὶ ἔδωκας εἰς ἐμὲ τὴν ἀσπίδα τῆς σωτηρίας σου· καὶ ἡ δεξιὰ σου μὲ ὑπεστήριξε καὶ ἡ ἀγαθότης σου μὲ ἐμεγάλυνεν.
36
Ἐπλάτυνας τὰ βήματά μου ὑποκάτω μου, καὶ οἱ πόδες μου δὲν ἐκλονίσθησαν.
37
Κατεδίωξα τοὺς ἐχθροὺς μου καὶ ἔφθασα αὐτούς· καὶ δὲν ἐπέστρεψα ἑωσοῦ συνετέλεσα αὐτούς.
38
Συνέτριψα αὐτοὺς καὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀνεγερθῶσιν· ἔπεσον ὑπὸ τοὺς πόδας μου.
39
Καὶ περιέζωσάς με δύναμιν εἰς πόλεμον· συνέκαμψας ὑποκάτω μου τοὺς ἐπανισταμένους ἐπ᾿ ἐμέ.
40
Καὶ ἔκαμες τοὺς ἐχθροὺς μου νὰ τρέψωσιν εἰς ἐμὲ τὰ νῶτα, καὶ ἐξωλόθρευσα τοὺς μισοῦντάς με.
41
Ἐβόησαν, καὶ οὐδεὶς ὁ σώζων· πρὸς τὸν Κύριον, καὶ δὲν εἰσήκουσεν αὐτῶν.
42
Καὶ κατελέπτυνα αὐτοὺς ὡς κόνιν κατὰ πρόσωπον ἀνέμου· ἀπετίναξα αὐτοὺς ὡς τὸν πηλὸν τῶν ὁδῶν.
43
Ἠλευθέρωσάς με ἐκ τῶν ἀντιλογιῶν τοῦ λαοῦ· κατέστησάς με κεφαλήν ἐθνῶν· λαός, τὸν ὁποῖον δὲν ἐγνώρισα, ἐδούλευσεν εἰς ἐμέ.
44
Μόλις ἤκουσαν, καὶ ὑπήκουσαν εἰς ἐμέ· ξένοι ὑπετάχθησαν εἰς ἐμέ.
45
Ξένοι παρελύθησαν καὶ κατετρόμαξαν ἐκ τῶν ἀποκρύφων τόπων αὑτῶν.
46
Ζῇ Κύριος, καὶ εὐλογημένον τὸ φρουριόν μου· καὶ ἄς ὑψωθῆ ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου·
47
ὁ Θεὸς ὁ ἐκδικῶν με καὶ ὑποτάσσων λαοὺς ὑποκάτω μου·
48
ὅστις μὲ ἐλευθερόνει ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου. Ναί, μὲ ὑψόνεις ὑπεράνω τῶν ἐπανισταμένων ἐπ᾿ ἐμέ· ἠλευθέρωσάς με ἀπὸ ἀνδρὸς ἀδίκου.
49
Διὰ τοῦτο θέλω σὲ ὑμνεῖ, Κύριε, μεταξὺ τῶν ἐθνῶν, καὶ εἰς τὸ ὄνομά σου θέλω ψάλλει.
50
Αὐτὸς μεγαλύνει τὰς σωτηρίας τοῦ βασιλέως αὑτοῦ, καὶ κάμνει ἔλεος εἰς τὸν κεχρισμένον αὑτοῦ, εἰς τὸν Δαβὶδ καὶ εἰς τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἕως αἰῶνος.
← Chapter 17
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 43
Chapter 44
Chapter 45
Chapter 46
Chapter 47
Chapter 48
Chapter 49
Chapter 50
Chapter 51
Chapter 52
Chapter 53
Chapter 54
Chapter 55
Chapter 56
Chapter 57
Chapter 58
Chapter 59
Chapter 60
Chapter 61
Chapter 62
Chapter 63
Chapter 64
Chapter 65
Chapter 66
Chapter 67
Chapter 68
Chapter 69
Chapter 70
Chapter 71
Chapter 72
Chapter 73
Chapter 74
Chapter 75
Chapter 76
Chapter 77
Chapter 78
Chapter 79
Chapter 80
Chapter 81
Chapter 82
Chapter 83
Chapter 84
Chapter 85
Chapter 86
Chapter 87
Chapter 88
Chapter 89
Chapter 90
Chapter 91
Chapter 92
Chapter 93
Chapter 94
Chapter 95
Chapter 96
Chapter 97
Chapter 98
Chapter 99
Chapter 100
Chapter 101
Chapter 102
Chapter 103
Chapter 104
Chapter 105
Chapter 106
Chapter 107
Chapter 108
Chapter 109
Chapter 110
Chapter 111
Chapter 112
Chapter 113
Chapter 114
Chapter 115
Chapter 116
Chapter 117
Chapter 118
Chapter 119
Chapter 120
Chapter 121
Chapter 122
Chapter 123
Chapter 124
Chapter 125
Chapter 126
Chapter 127
Chapter 128
Chapter 129
Chapter 130
Chapter 131
Chapter 132
Chapter 133
Chapter 134
Chapter 135
Chapter 136
Chapter 137
Chapter 138
Chapter 139
Chapter 140
Chapter 141
Chapter 142
Chapter 143
Chapter 144
Chapter 145
Chapter 146
Chapter 147
Chapter 148
Chapter 149
Chapter 150
Chapter 19 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42
43
44
45
46
47
48
49
50
51
52
53
54
55
56
57
58
59
60
61
62
63
64
65
66
67
68
69
70
71
72
73
74
75
76
77
78
79
80
81
82
83
84
85
86
87
88
89
90
91
92
93
94
95
96
97
98
99
100
101
102
103
104
105
106
107
108
109
110
111
112
113
114
115
116
117
118
119
120
121
122
123
124
125
126
127
128
129
130
131
132
133
134
135
136
137
138
139
140
141
142
143
144
145
146
147
148
149
150