bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
greek
/
Psalms 37
Psalms 37
greek
← Chapter 36
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 43
Chapter 44
Chapter 45
Chapter 46
Chapter 47
Chapter 48
Chapter 49
Chapter 50
Chapter 51
Chapter 52
Chapter 53
Chapter 54
Chapter 55
Chapter 56
Chapter 57
Chapter 58
Chapter 59
Chapter 60
Chapter 61
Chapter 62
Chapter 63
Chapter 64
Chapter 65
Chapter 66
Chapter 67
Chapter 68
Chapter 69
Chapter 70
Chapter 71
Chapter 72
Chapter 73
Chapter 74
Chapter 75
Chapter 76
Chapter 77
Chapter 78
Chapter 79
Chapter 80
Chapter 81
Chapter 82
Chapter 83
Chapter 84
Chapter 85
Chapter 86
Chapter 87
Chapter 88
Chapter 89
Chapter 90
Chapter 91
Chapter 92
Chapter 93
Chapter 94
Chapter 95
Chapter 96
Chapter 97
Chapter 98
Chapter 99
Chapter 100
Chapter 101
Chapter 102
Chapter 103
Chapter 104
Chapter 105
Chapter 106
Chapter 107
Chapter 108
Chapter 109
Chapter 110
Chapter 111
Chapter 112
Chapter 113
Chapter 114
Chapter 115
Chapter 116
Chapter 117
Chapter 118
Chapter 119
Chapter 120
Chapter 121
Chapter 122
Chapter 123
Chapter 124
Chapter 125
Chapter 126
Chapter 127
Chapter 128
Chapter 129
Chapter 130
Chapter 131
Chapter 132
Chapter 133
Chapter 134
Chapter 135
Chapter 136
Chapter 137
Chapter 138
Chapter 139
Chapter 140
Chapter 141
Chapter 142
Chapter 143
Chapter 144
Chapter 145
Chapter 146
Chapter 147
Chapter 148
Chapter 149
Chapter 150
Chapter 38 →
1
[Ψαλμὸς τοῦ Δαβίδ.] Μή ἀγανάκτει διὰ τοὺς πονηρευομένους, μηδὲ ζήλευε τους ἐργάτας τῆς ἀνομίας.
2
Διότι ὡς χόρτος ταχέως θέλουσι κοπῆ, καὶ ὡς χλωρὰ βοτάνη θέλουσι καταμαρανθῆ.
3
Ἔλπιζε ἐπὶ Κύριον καὶ πράττε τὸ ἀγαθόν· κατοίκει τὴν γῆν καὶ νέμου τὴν ἀλήθειαν·
4
καὶ εὐφραίνου ἐν Κυρίῳ, καὶ θέλει σοὶ δώσει τὰ ζητήματα τῆς καρδίας σου.
5
Ἀνάθες εἰς τὸν Κύριον τὴν ὁδὸν σου καὶ ἔλπιζε ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ αὐτὸς θέλει ἐνεργήσει·
6
καὶ θέλει ἐξάξει ὡς φῶς τὴν δικαιοσύνην σου καὶ τὴν κρίσιν σου ὡς μεσημβρίαν.
7
Ἀναπαύου ἐπὶ τὸν Κύριον καὶ πρόσμενε αὐτόν· μή ἀγανάκτει διὰ τὸν κατευοδούμενον ἐν τῇ ὁδῷ αὐτοῦ, διὰ ἄνθρωπον πράττοντα παρανομίας.
8
Παῦσον ἀπὸ θυμοῦ καὶ ἄφες τὴν ὀργήν· μηδόλως ἀγανάκτει ὥστε νὰ πράττῃς πονηρά.
9
Διότι οἱ πονηρευόμενοι θέλουσιν ἐξολοθρευθῆ· οἱ δὲ προσμένοντες τὸν Κύριον, οὗτοι θέλουσι κληρονομήσει τὴν γῆν.
10
Διότι ἔτι μικρὸν καὶ ὁ ἀσεβής δὲν θέλει ὑπάρχει· καὶ θέλεις ζητήσει τὸν τόπον αὐτοῦ, καὶ δὲν θέλει εὑρεθῆ·
11
οἱ πραεῖς ὅμως θέλουσι κληρονομήσει τὴν γῆν· καὶ θέλουσι κατατρυφᾷ ἐν πολλῇ εἰρήνῃ.
12
Ὁ ἀσεβής μηχανᾶται κατὰ τοῦ δικαίου, καὶ τρίζει κατ᾿ αὐτοῦ τοὺς ὀδόντας αὑτοῦ.
13
Ὁ Κύριος θέλει γελάσει ἐπ᾿ αὐτῷ, ἐπειδή βλέπει ὅτι ἔρχεται ἡ ἡμέρα αὐτοῦ.
14
Οἱ ἀσεβεῖς ἐξέσπασαν ῥομφαίαν καὶ ἐνέτειναν τὸ τόξον αὑτῶν, διὰ νὰ καταβάλωσι τὸν πτωχὸν καὶ τὸν πένητα, διὰ νὰ σφάξωσι τοὺς περιπατοῦντας ἐν εὐθύτητι.
15
Ἡ ῥομφαία αὐτῶν θέλει ἐμβῆ εἰς τὴν καρδίαν αὐτῶν, καὶ τὰ τόξα αὐτῶν θέλουσι συντριφθῆ.
16
Κάλλιον τὸ ὀλίγον τοῦ δικαίου παρὰ ὁ πλοῦτος πολλῶν ἀσεβῶν.
17
Διότι οἱ βραχίονες τῶν ἀσεβῶν θέλουσι συντριφθῆ· τοὺς δὲ δικαίους ὑποστηρίζει ὁ Κύριος.
18
Γινώσκει ὁ Κύριος τὰς ἡμέρας τῶν ἀμέμπτων· καὶ ἡ κληρονομία αὐτῶν θέλει εἶσθαι εἰς τὸν αἰῶνα·
19
δὲν θέλουσι καταισχυνθῆ ἐν καιρῷ πονηρῷ· καὶ ἐν ἡμέραις πείνης θέλουσι χορτασθῆ.
20
Οἱ δὲ ἀσεβεῖς θέλουσιν ἐξολοθρευθῆ· καὶ οἱ ἐχθροὶ τοῦ Κυρίου, ὡς τὸ πάχος τῶν ἀρνίων, θέλουσιν ἀναλωθῆ· εἰς καπνὸν θέλουσι διαλυθῆ.
21
Δανείζεται ὁ ἀσεβής καὶ δὲν ἀποδίδει, ὁ δὲ δίκαιος ἐλεεῖ καὶ δίδει.
22
Διότι οἱ εὐλογημένοι αὐτοῦ θέλουσι κληρονομήσει τὴν γῆν· οἱ δὲ κατηραμένοι αὐτοῦ θέλουσιν ἐξολοθρευθῆ.
23
Ὅταν ὑπὸ Κυρίου κατευθύνωνται τὰ διαβήματα τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁδὸς αὐτοῦ εἶναι ἀρεστή εἰς αὐτόν.
24
Ἐὰν πέσῃ, δὲν θέλει συντριφθῆ· διότι ὁ Κύριος ὑποστηρίζει τὴν χεῖρα αὐτοῦ.
25
Νέος ἤμην καὶ ἤδη ἐγήρασα, καὶ δὲν εἶδον δίκαιον ἐγκαταλελειμμένον οὐδὲ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ζητοῦν ἄρτον.
26
Ὅλην τὴν ἡμέραν ἐλεεῖ καὶ δανείζει, καὶ τὸ σπέρμα αὐτοῦ εἶναι εἰς εὐλογίαν.
27
Ἔκκλινον ἀπὸ τοῦ κακοῦ καὶ πράττε τὸ ἀγαθόν, καὶ θέλεις διαμένει εἰς τὸν αἰῶνα.
28
Διότι ὁ Κύριος ἀγαπᾷ κρίσιν, καὶ δὲν ἐγκαταλείπει τοὺς ὁσίους αὑτοῦ· εἰς τὸν αἰῶνα θέλουσι διαφυλαχθῆ· τὸ δὲ σπέρμα τῶν ἀσεβῶν θέλει ἐξολοθρευθῆ.
29
Οἱ δίκαιοι θέλουσι κληρονομήσει τὴν γῆν, καὶ ἐπ᾿ αὐτῆς θέλουσι κατοικεῖ εἰς τὸν αἰῶνα.
30
Τὸ στόμα τοῦ δικαίου μελετᾷ σοφίαν, καὶ ἡ γλῶσσα αὐτοῦ λαλεῖ κρίσιν.
31
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ αὐτοῦ εἶναι ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ· τὰ διαβήματα αὐτοῦ δὲν θέλουσιν ὀλισθήσει.
32
Κατασκοπεύει ὁ ἁμαρτωλὸς τὸν δίκαιον καὶ ζητεῖ νὰ θανατώσῃ αὐτόν.
33
Ὁ Κύριος δὲν θέλει ἀφήσει αὐτὸν εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ, οὐδὲ θέλει καταδικάσει αὐτὸν ὅταν κρίνῃ αὐτόν.
34
Πρόσμενε τὸν Κύριον καὶ φύλαττε τὴν ὁδὸν αὐτοῦ, καὶ θέλει σὲ ὑψώσει διὰ νὰ κληρονομήσῃς τὴν γῆν· ὅταν ἐξολοθρευθῶσιν οἱ ἀσεβεῖς, θέλεις ἰδεῖ.
35
Εἶδον τὸν ἀσεβῆ ὑπερυψούμενον καὶ ἐξηπλωμένον ὡς τὴν χλωρὰν δάφνην·
36
ἀλλ᾿ ἠφανίσθη· καὶ ἰδού, δὲν ὑπῆρχε· καὶ ἐζήτησα αὐτόν, καὶ δὲν εὑρέθη.
37
Παρατήρει τὸν ἄκακον καὶ βλέπε τὸν εὐθύν, ὅτι εἰς τὸν εἰρηνικὸν ἄνθρωπον θέλει εἶσθαι ἐγκατάλειμμα·
38
οἱ δὲ παραβᾶται θέλουσιν ὅλως ἐξολοθρευθῆ· τῶν ἀσεβῶν τὸ ἐγκατάλειμμα θέλει ἀποκοπῆ.
39
Τῶν δικαίων ὅμως ἡ σωτηρία εἶναι παρὰ Κυρίου· αὐτὸς εἶναι ἡ δύναμις αὐτῶν ἐν καιρῷ θλίψεως.
40
Καὶ θέλει βοηθήσει αὐτοὺς ὁ Κύριος, καὶ ἐλευθερώσει αὐτούς· θέλει ἐλευθερώσει αὐτοὺς ἀπὸ ἀσεβῶν καὶ σώσει αὐτούς· διότι ἤλπισαν ἐπ᾿ αὐτόν.
← Chapter 36
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 43
Chapter 44
Chapter 45
Chapter 46
Chapter 47
Chapter 48
Chapter 49
Chapter 50
Chapter 51
Chapter 52
Chapter 53
Chapter 54
Chapter 55
Chapter 56
Chapter 57
Chapter 58
Chapter 59
Chapter 60
Chapter 61
Chapter 62
Chapter 63
Chapter 64
Chapter 65
Chapter 66
Chapter 67
Chapter 68
Chapter 69
Chapter 70
Chapter 71
Chapter 72
Chapter 73
Chapter 74
Chapter 75
Chapter 76
Chapter 77
Chapter 78
Chapter 79
Chapter 80
Chapter 81
Chapter 82
Chapter 83
Chapter 84
Chapter 85
Chapter 86
Chapter 87
Chapter 88
Chapter 89
Chapter 90
Chapter 91
Chapter 92
Chapter 93
Chapter 94
Chapter 95
Chapter 96
Chapter 97
Chapter 98
Chapter 99
Chapter 100
Chapter 101
Chapter 102
Chapter 103
Chapter 104
Chapter 105
Chapter 106
Chapter 107
Chapter 108
Chapter 109
Chapter 110
Chapter 111
Chapter 112
Chapter 113
Chapter 114
Chapter 115
Chapter 116
Chapter 117
Chapter 118
Chapter 119
Chapter 120
Chapter 121
Chapter 122
Chapter 123
Chapter 124
Chapter 125
Chapter 126
Chapter 127
Chapter 128
Chapter 129
Chapter 130
Chapter 131
Chapter 132
Chapter 133
Chapter 134
Chapter 135
Chapter 136
Chapter 137
Chapter 138
Chapter 139
Chapter 140
Chapter 141
Chapter 142
Chapter 143
Chapter 144
Chapter 145
Chapter 146
Chapter 147
Chapter 148
Chapter 149
Chapter 150
Chapter 38 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42
43
44
45
46
47
48
49
50
51
52
53
54
55
56
57
58
59
60
61
62
63
64
65
66
67
68
69
70
71
72
73
74
75
76
77
78
79
80
81
82
83
84
85
86
87
88
89
90
91
92
93
94
95
96
97
98
99
100
101
102
103
104
105
106
107
108
109
110
111
112
113
114
115
116
117
118
119
120
121
122
123
124
125
126
127
128
129
130
131
132
133
134
135
136
137
138
139
140
141
142
143
144
145
146
147
148
149
150