bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
greek
/
Job 16
Job 16
greek
← Chapter 15
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 17 →
1
Τότε ὁ Ἰὼβ ἀπεκρίθη καὶ εἶπε·
2
Πολλὰ τοιαῦτα ἤκουσα· ἄθλιοι παρηγορηταὶ εἶσθε πάντες.
3
Ἔχουσι τέλος αἱ ματαιολογίαι; ἤ τί σὲ ἐνθαρρύνει εἰς τὸ νὰ ἀποκρίνησαι;
4
Καὶ ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ λαλήσω καθὼς σεῖς· ἐὰν ἡ ψυχή σας ἦτο εἰς τὸν τόπον τῆς ψυχῆς μου, ἠδυνάμην νὰ ἐπισωρεύσω λόγους ἐναντίον σας, καὶ νὰ κινήσω ἐναντίον σας τὴν κεφαλήν μου.
5
Ἤθελον σᾶς ἐνισχύσει μὲ τὸ στόμα μου, καὶ ἡ κίνησις τῶν χειλέων μου ἤθελε σᾶς ἀνακουφίσει.
6
Ἄν λαλῶ, ὁ πόνος μου δὲν ἀνακουφίζεται· καὶ ἄν σιωπῶ, ποία ἐλάττωσις γίνεται εἰς ἐμέ;
7
Ἀλλὰ τώρα μὲ ὑπερεβάρυνεν· ἠρήμωσας πᾶσαν τὴν συνοδίαν μου.
8
Καὶ αἱ ῥυτίδες μὲ τὰς ὁποίας μὲ ἐσημείωσας, εἶναι μαρτυρία· καὶ ἡ ἰσχνότης μου ἀνισταμένη εἰς ἐμέ, μαρτυρεῖ ἐπὶ τοῦ προσώπου μου.
9
Μὲ διασπαράττει ὁ ἐχθρὸς μου ἐν τῷ θυμῷ αὑτοῦ καὶ μὲ μισεῖ· τρίζει τοὺς ὀδόντας αὑτοῦ ἐναντίον μου· ὀξύνει τοὺς ὀφθαλμοὺς αὑτοῦ ἐπ᾿ ἐμέ.
10
Ἀνοίγουσι τὸ στόμα αὑτῶν κατ᾿ ἐμοῦ· μὲ τύπτουσι κατὰ τῆς σιαγόνος ὑβριστικῶς· συνήχθησαν ὁμοῦ ἐπ᾿ ἐμέ.
11
Ὁ Θεὸς μὲ παρέδωκεν εἰς τὸν ἄδικον, καὶ μὲ ἔρριψεν εἰς χεῖρας ἀσεβῶν.
12
Ἤμην ἐν ἡσυχίᾳ, καὶ μὲ κατεσπάραξε· καὶ πιάσας με ἀπὸ τοῦ τραχήλου, μὲ κατεσύντριψε, καὶ μὲ ἔθεσε σκοπὸν αὑτοῦ.
13
Οἱ τοξόται αὐτοῦ μὲ περιεκύκλωσαν· διαπερᾶ τὰ νεφρὰ μου, καὶ δὲν φείδεται· ἐκχέει τὴν χολήν μου ἐπὶ τὴν γῆν.
14
Μὲ συντρίβει μὲ πληγήν ἐπὶ πληγήν· ἔδραμεν ἐπ᾿ ἐμὲ ὡς γίγας.
15
Σάκκον ἔρραψα ἐπὶ τὸ δέρμα μου, καὶ ἐμόλυνα τὸ κέρας μου μὲ χῶμα.
16
Τὸ πρόσωπόν μου κατεκάη ὑπὸ τοῦ κλαυθμοῦ, καὶ σκιὰ θανάτου εἶναι ἐπὶ τῶν βλεφάρων μου·
17
ἐνῷ ἀδικία δὲν ὑπάρχει ἐν ταῖς χερσὶ μου, καὶ ἡ προσευχή μου εἶναι καθαρά.
18
Ὦ γῆ, μή σκεπάσης τὸ αἷμά μου, καὶ ἄς μή ὑπάρχῃ τόπος διὰ τὴν κραυγήν μου,
19
καὶ τώρα, ἰδού, ὁ μάρτυς μου εἶναι ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ἡ μαρτυρία μου ἐν τοῖς ὑψίστοις.
20
Οἱ φίλοι μου εἶναι οἱ ἐμπαίζοντές με· ὁ ὀφθαλμὸς μου σταλάζει δάκρυα πρὸς τὸν Θεόν.
21
Νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διαδικάζηταί τις πρὸς τὸν Θεόν, ὡς ἄνθρωπος πρὸς τὸν πλησίον αὑτοῦ.
22
Διότι ἦλθον τὰ ἠριθμημένα ἔτη· καὶ θέλω ὑπάγει τὴν ὁδόν, ὁπόθεν δὲν θέλω ἐπιστρέψει.
← Chapter 15
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 17 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42