bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
greek
/
Job 32
Job 32
greek
← Chapter 31
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 33 →
1
Ἔπαυσαν δὲ καὶ οἱ τρεῖς οὗτοι ἄνθρωποι ἀποκρινόμενοι πρὸς τὸν Ἰώβ, διότι ἦτο δίκαιος εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὑτοῦ.
2
Τότε ἐξήφθη ὁ θυμὸς τοῦ Ἐλιοὺ, υἱοῦ τοῦ Βαραχιήλ τοῦ Βουζίτου, ἐκ τῆς συγγενείας τοῦ Ἀράμ· κατὰ τοῦ Ἰὼβ ἐξήφθη ὁ θυμὸς αὐτοῦ, διότι ἐδικαίονεν ἑαυτὸν μᾶλλον παρὰ τὸν Θεόν.
3
Καὶ κατὰ τῶν τριῶν αὐτοῦ φίλων ἐξήφθη ὁ θυμὸς αὐτοῦ, διότι δὲν εὕρηκαν ἀπόκρισιν καὶ κατεδίκασαν τὸν Ἰώβ.
4
Ὁ δὲ Ἐλιοὺ περιέμενε νὰ λαλήσῃ πρὸς τὸν Ἰώβ, διότι ἐκεῖνοι ἦσαν γεροντότεροι αὐτοῦ.
5
Ὅτε δὲ ὁ Ἐλιοὺ εἶδεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀπόκρισις ἐν τῷ στόματι τῶν τριῶν ἀνδρῶν, ἐξήφθη ὁ θυμὸς αὐτοῦ.
6
καὶ ἀπεκρίθη ὁ Ἐλιοὺ ὁ υἱὸς τοῦ Βαραχιήλ τοῦ Βουζίτου καὶ εἶπεν· Ἐγὼ εἶμαι νέος τὴν ἡλικίαν, καὶ σεῖς γέροντες· διὰ τοῦτο ἐφοβήθην καὶ συνεστάλην νὰ σᾶς φανερώσω τὴν γνώμην μου.
7
Ἐγὼ εἶπα, Αἱ ἡμέραι ἄς λαλήσωσι καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἐτῶν ἄς διδάξῃ, σοφίαν.
8
Βεβαίως εἶναι πνεῦμα ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ἡ ἔμπνευσις ὅμως τοῦ Παντοδυνάμου συνετίζει αὐτόν.
9
Οἱ μεγαλήτεροι δὲν εἶναι πάντοτε σοφοί· οὔτε οἱ γέροντες νοοῦσι κρίσιν.
10
Διὰ τοῦτο εἶπα, Ἀκούσατέ μου· θέλω φανερώσει καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου.
11
Ἰδού, ἐπρόσμενα τοὺς λόγους σας· ἠκροάσθην τὰ ἐπιχειρήματά σας, ἑωσοῦ ἐξετάσητε τοὺς λόγους.
12
Καὶ σᾶς παρετήρουν, καὶ ἰδού, οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἠδυνήθη νὰ καταπείση τὸν Ἰώβ, ἀποκρινόμενος εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ·
13
διὰ νὰ μή εἴπητε, Ἡμεῖς εὑρήκαμεν σοφίαν. Ὁ Θεὸς θέλει καταβάλει αὐτόν, οὐχὶ ἄνθρωπος.
14
Ἐκεῖνος δὲ δὲν διηύθυνε λόγους πρὸς ἐμέ· καὶ δὲν θέλω ἀποκριθῆ πρὸς αὐτὸν κατὰ τὰς ὁμιλίας σας.
15
Ἐκεῖνοι ἐτρόμαξαν, δὲν ἀπεκρίθησαν πλέον· ἔχασαν τοὺς λόγους αὑτῶν.
16
Καὶ περιέμενον, ἐπειδή δὲν ἐλάλουν· ἀλλ᾿ ἵσταντο· δὲν ἀπεκρίνοντο πλέον.
17
Ἄς ἀποκριθῶ καὶ ἐγὼ τὸ μέρος μου· ἄς φανερώσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου.
18
Διότι εἶμαι πλήρης λόγων· τὸ πνεῦμα ἐντὸς μου μὲ ἀναγκάζει.
19
Ἰδού, ἡ κοιλία μου εἶναι ὡς οἶνος ὅστις δὲν ἠνοίχθη· εἶναι ἑτοίμη νὰ σπάσῃ, ὡς ἀσκοὶ γλεύκους.
20
Θέλω λαλήσει διὰ νὰ ἀναπνεύσω· θέλω ἀνοίξει τὰ χείλη μου καὶ ἀποκριθῆ.
21
Μή γένοιτο νὰ γείνω προσωπολήπτης, μηδὲ νὰ κολακεύσω ἄνθρωπον.
22
Διότι δὲν ἐξεύρω νὰ κολακεύω· ὁ Ποιητής μου ἤθελε μὲ ἀναρπάσει εὐθύς.
← Chapter 31
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 33 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42