bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
greek
/
Job 30
Job 30
greek
← Chapter 29
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 31 →
1
30:1 Ἀλλὰ τώρα οἱ νεώτεροί μου τὴν ἡλικίαν μὲ περιγελῶσι, τῶν ὁποίων τοὺς πατέρας δὲν ἤθελον καταδεχθῇ νὰ βάλω μετὰ τῶν κυνῶν τοῦ ποιμνίου μου.
2
Καὶ εἰς τί τῳόντι ἠδύνατο νὰ μὲ φελήσῃ ἡ δύναμις τῶν χειρῶν αὐτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ ἰσχὺς ἐξέλιπε;
3
Δι᾿ ἔνδειαν καὶ πεῖναν ἦσαν ἀπομεμονωμένοι· ἔφευγον εἰς γῆν ἄνυδρον, σκοτεινήν, ἠφανισμένην καὶ ἔρημον·
4
ἔκοπτον μολόχην πλησίον τῶν θάμνων καὶ τὴν ῥίζαν τῶν ἀρκεύθων διὰ τροφήν αὑτῶν.
5
Ἦσαν ἐκ μέσου δεδιωγμένοι· ἐφώναζον ἐπ᾿ αὐτοὺς ὡς κλέπτας.
6
Κατῴκουν ἐν τοῖς κρημνοῖς τῶν χειμάρρων, ταῖς τρύπαις τῆς γῆς καὶ τοῖς βρόχοις.
7
Μεταξὺ των θάμνων γκῶντο· ὑποκάτω τῶν ἀκανθῶν συνήγοντο·
8
ἄφρονες καὶ δύσφημοι, ἐκδεδιωγμένοι ἐκ τῆς γῆς.
9
Καὶ τώρα ἐγὼ εἶμαι τὸ τραγῴδιον αὐτῶν, εἶμαι καὶ ἡ παροιμία αὐτῶν.
10
Μὲ βδελύττονται, ἀπομακρύνονται ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ δὲν συστέλλονται νὰ πτύωσιν εἰς τὸ πρόσωπόν μου.
11
Ἐπειδή ὁ Θεὸς διέλυσε τὴν ὑπεροχήν μου καὶ μὲ ἔθλιψεν, ἀπέρριψαν καὶ αὐτοὶ τὸν χαλινὸν ἔμπροσθέν μου.
12
Ἐκ δεξιῶν ἀνίστανται οἱ νέοι· ἀπωθοῦσι τοὺς πόδας μου, καὶ ἑτοιμάζουσι κατ᾿ ἐμοῦ τὰς ὀλεθρίους ὁδοὺς αὑτῶν.
13
Ἀνατρέπουσι τὴν ὁδὸν μου, ἐπαυξάνουσι τὴν συμφοράν μου, χωρὶς νὰ ἔχωσι βοηθόν.
14
Ἐφορμῶσιν ὡς σφοδρὰ πλημμύρα, ἐπὶ τῆς ἐρημώσεώς μου περικυλίονται.
15
Τρόμοι ἐστράφησαν ἐπ᾿ ἐμέ· καταδιώκουσι τὴν ψυχήν μου ὡς ἄνεμος· καὶ ἡ σωτηρία μου παρέρχεται ὡς νέφος.
16
Καὶ τώρα ἡ ψυχή μου ἐξεχύθη ἐντὸς μου· ἡμέραι θλίψεως μὲ κατέλαβον.
17
τὴν νύκτα τὰ ὀστᾶ μου διεπεράσθησαν ἐν ἐμοί, καὶ τὰ νεῦρά μου δὲν ἀναπαύονται.
18
Ὑπὸ τῆς σφοδρᾶς δυνάμεως ἠλλοιώθη τὸ ἔνδυμά μου· μὲ περισφίγγει ὡς τὸ περιλαίμιον τοῦ χιτῶνος μου.
19
Μὲ ἔρριψεν εἰς τὸν πηλόν, καὶ ὡμοιώθην μὲ χῶμα καὶ κόνιν.
20
Κράζω πρὸς σέ, καὶ δὲν μοὶ ἀποκρίνεσαι· ἵσταμαι, καὶ μὲ παραβλέπεις.
21
Ἔγεινες ἀνελεήμων πρὸς ἐμέ· διὰ τῆς κραταιᾶς χειρὸς σου μὲ μαστιγόνεις.
22
Μὲ ἐσήκωσας ἐπὶ τὸν ἄνεμον· μὲ ἐπεβίβασας καὶ διέλυσας τὴν οὐσίαν μου.
23
Ἐξεύρω μὲν ὅτι θέλεις μὲ φέρει εἰς θάνατον καὶ τὸν οἶκον τὸν προσδιωρισμένον εἰς πάντα ζῶντα.
24
Ἀλλὰ δὲν θέλει ἐκτείνει χεῖρα εἰς τὸν τάφον, ἐὰν κράζωσι πρὸς αὐτὸν ὅταν ἀφανίζῃ.
25
Δὲν ἔκλαυσα ἐγὼ διὰ τὸν ὄντα ἐν ἡμέραις σκληραῖς, καὶ ἐλυπήθη ἡ ψυχή μου διὰ τὸν πτωχόν;
26
Ἐνῷ περιέμενον τὸ καλόν, τότε ἦλθε τὸ κακόν· καὶ ἐνῷ ἀνέμενον τὸ φῶς, τότε ἦλθε τὸ σκότος.
27
Τὰ ἐντόσθιά μου ἀνέβρασαν καὶ δὲν ἀνεπαύθησαν· ἡμέραι θλίψεως μὲ προέφθασαν.
28
Περιεπάτησα μελαγχροινὸς οὐχὶ ὑπὸ ἡλίου· ἐσηκώθην, ἐβοήσα ἐν συνάξει.
29
Ἔγεινα ἀδελφὸς τῶν δρακόντων καὶ σύντροφος τῶν στρουθοκαμήλων.
30
Τὸ δέρμα μου ἐμαύρισεν ἐπ᾿ ἐμέ, καὶ τὰ ὀστᾶ μου κατεκαύθησαν ὑπὸ τῆς φλογώσεως.
31
Ἡ δὲ κιθάρα μου μετεβλήθη εἰς πένθος καὶ τὸ ὄργανόν μου εἰς φωνήν κλαιόντων.
← Chapter 29
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 31 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42