bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
greek
/
Job 3
Job 3
greek
← Chapter 2
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 4 →
1
Μετὰ ταῦτα ἤνοιξεν ὁ Ἰὼβ τὸ στόμα αὑτοῦ, καὶ κατηράσθη τὴν ἡμέραν αὑτοῦ.
2
Καὶ ἐλάλησεν ὁ Ἰὼβ καὶ εἶπεν·
3
Εἴθε νὰ χαθῇ ἡ ἡμέρα καθ᾿ ἥν ἐγεννήθην, καὶ ἡ νὺξ καθ᾿ ἥν εἶπον, Ἐγεννήθη ἀρσενικόν.
4
Ἡ ἡμέρα ἐκείνη νὰ ἦναι σκότος· ὁ Θεὸς νὰ μή ἀναζητήσῃ αὐτήν ἄνωθεν, καὶ νὰ μή φέγξῃ ἐπ᾿ αὐτήν φῶς.
5
Σκότος καὶ σκιὰ θανάτου νὰ ἀμαυρώσωσιν αὐτήν· γνόφος νὰ ἐπικάθηται ἐπ᾿ αὐτήν. Νὰ ἐπέλθωσιν ἐπ᾿ αὐτήν ὡς πικροτάτην ἡμέραν.
6
τὴν νύκτα ἐκείνην νὰ κατακρατήσῃ σκότος· νὰ μή συναφθῇ μὲ τὰς ἡμέρας τοῦ ἔτους· νὰ μή εἰσέλθῃ εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν μηνῶν.
7
Ἰδού, ἔρημος νὰ ἦναι ἡ νὺξ ἐκείνη· φωνή χαρμόσυνος νὰ μή ἐπέλθῃ ἐπ᾿ αὐτήν.
8
Νὰ καταρασθῶσιν αὐτήν οἱ καταρώμενοι τὰς ἡμέρας, οἱ ἕτοιμοι νὰ ἀνεγείρωσι τὸ πένθος αὑτῶν.
9
Νὰ σκοτισθῶσι τὰ ἄστρα τῆς ἑσπέρας αὐτῆς· νὰ προσμένῃ τὸ φῶς, καὶ νὰ μή ἔρχηται· καὶ νὰ μή ἴδῃ τὰ βλέφαρα τῆς αὐγῆς·
10
διότι δὲν ἔκλεισε τὰς θύρας τῆς κοιλίας τῆς μητρὸς μου, καὶ δὲν ἔκρυψε τὴν θλῖψιν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν μου.
11
Διὰ τί δὲν ἀπέθανον ἀπὸ μήτρας; καὶ δὲν ἐξέπνευσα ἅμα ἐξῆλθον ἐκ τῆς κοιλίας;
12
Διὰ τί μὲ ὑπεδέχθησαν τὰ γόνατα; ἤ διὰ τί οἱ μαστοὶ διὰ νὰ θηλάσω;
13
Διότι τώρα ἤθελον κοιμᾶσθαι καὶ ἡσυχάζει· ἤθελον ὑπνώττει· τότε ἤθελον εἶσθαι εἰς ἀνάπαυσιν,
14
μετὰ βασιλέων καὶ βουλευτῶν τῆς γῆς, οἰκοδομούντων εἰς ἑαυτοὺς ἐρημώσεις·
15
ἤ μετὰ ἀρχόντων, οἵτινες ἔχουσι χρυσίον, οἵτινες ἐγέμισαν τοὺς οἴκους αὑτῶν ἀργυρίου·
16
ἤ ὡς ἐξάμβλωμα κεκρυμμένον δὲν ἤθελον ὑπάρχει, ὡς βρέφη μή ἰδόντα φῶς.
17
Ἐκεῖ οἱ ἀσεβεῖς παύουσιν ἀπὸ τοῦ νὰ ταράττωσι, καὶ ἐκεῖ ἀναπαύονται οἱ κεκοπιασμένοι·
18
ἐκεῖ ἀναπαύονται ὁμοῦ οἱ αἰχμάλωτοι· δὲν ἀκούουσι φωνήν καταδυνάστου·
19
ἐκεῖ εἶναι ὁ μικρὸς καὶ ὁ μέγας· καὶ ὁ δοῦλος, ἐλεύθερος τοῦ κυρίου αὑτοῦ.
20
Διὰ τί ἐδόθη φῶς εἰς τὸν δυστυχῆ, καὶ ζωή εἰς τὸν πεπικραμένον τὴν εὐχήν,
21
οἵτινες ποθοῦσι τὸν θάνατον καὶ δὲν ἐπιτυγχάνουσιν, ἄν καὶ ἀνορύττωσιν αὐτὸν μᾶλλον παρὰ κεκρυμμένους θησαυρούς,
22
οἵτινες ὑπερχαίρουσιν, ὑπερευφραίνονται, ὅταν εὕρωσι τὸν τάφον;
23
Διὰ τί ἐδόθη φῶς εἰς ἄνθρωπον, τοῦ ὁποίου ἡ ὁδὸς εἶναι κεκρυμμένη, καὶ τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς περιέκλεισε;
24
Διότι πρὸ τοῦ φαγητοῦ μου ἔρχεται ὁ στεναγμὸς μου, καὶ οἱ βρυγμοὶ μου ἐκχέονται ὡς ὕδατα.
25
Ἐπειδή ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐφοβούμην, συνέβη εἰς ἐμέ, καί ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐτρόμαζον, ἦλθεν ἐπ᾿ ἐμέ.
26
Δὲν εἶχον εἰρήνην οὐδὲ ἀνάπαυσιν οὐδὲ ἡσυχίαν· ὀργή ἐπῆλθεν ἐπ᾿ ἐμέ.
← Chapter 2
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 4 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42