bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
greek
/
Job 7
Job 7
greek
← Chapter 6
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 8 →
1
Δὲν εἶναι ἐκστρατεία ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς; αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ὡς ἡμέραι μισθωτοῦ;
2
Καθὼς ὁ δοῦλος ἐπιποθεῖ τὴν σκιάν, καὶ καθὼς ὁ μισθωτὸς ἀναμένει τὸν μισθὸν αὑτοῦ,
3
οὕτως ἐγὼ ἔλαβον διὰ κληρονομίαν μῆνας ματαιότητος, καὶ ὀδυνηραὶ νύκτες διωρίσθησαν εἰς ἐμέ.
4
Ὅταν πλαγιάζω, λέγω, Πότε θέλω ἐγερθῆ, καὶ θέλει περάσει ἡ νύξ; καὶ εἶμαι πλήρης ἀνησυχίας ἕως τῆς αὐγῆς.
5
Ἡ σὰρξ μου εἶναι περιενδεδυμένη σκώληκας καὶ βώλους χώματος· τὸ δέρμα μου διασχίζεται καὶ ῥέει.
6
Αἱ ἡμέραι μου εἶναι ταχύτεραι τῆς κερκίδος τοῦ ὑφαντοῦ, καὶ χάνονται ἄνευ ἐλπίδος.
7
Ἐνθυμήθητι ὅτι ἡ ζωή μου εἶναι ἄνεμος· ὁ ὀφθαλμὸς μου δὲν θέλει ἐπιστρέψει διὰ νὰ ἴδῃ ἀγαθόν.
8
Ὁ ὀφθαλμὸς τοῦ βλέποντός με δὲν θέλει μὲ ἰδεῖ πλέον· οἱ ὀφθαλμοὶ σου εἶναι ἐπ᾿ ἐμέ, καὶ ἐγὼ δὲν ὑπάρχω.
9
Καθὼς τὸ νέφος διαλύεται καὶ χάνεται οὕτως ὁ καταβαίνων εἰς τὸν τάφον δὲν θέλει ἐπαναβῆ·
10
δὲν θέλει ἐπιστρέψει πλέον εἰς τὸν οἶκον αὑτοῦ, καὶ ὁ τόπος αὑτοῦ δὲν θέλει γνωρίσει αὐτὸν πλέον.
11
Διὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν θέλω κρατήσει τὸ στόμα μου· θέλω λαλήσει ἐν τῇ ἀγωνίᾳ τοῦ πνεύματός μου· θέλω θρηνολογήσει ἐν τῇ πικρίᾳ τῆς ψυχῆς μου.
12
Θάλασσα εἶμαι ἤ κῆτος, ὥστε ἔθεσας ἐπ᾿ ἐμὲ φυλακήν;
13
Ὅταν λέγω, Ἡ κλίνη μου θέλει μὲ παρηγορήσει, ἡ κοίτη μου θέλει ἐλαφρώσει τὸ παράπονόν μου,
14
τότε μὲ φοβίζεις μὲ ὄνειρα καὶ μὲ καταπλήττεις μὲ ὀράσεις·
15
καὶ ἡ ψυχή μου ἐκλέγει ἀγχόνην καὶ θάνατον, παρὰ τὰ ὀστᾶ μου.
16
Ἀηδίασα· δὲν θέλω ζήσει εἰς τὸν αἰῶνα· λεῖψον ἀπ᾿ ἐμοῦ· διότι αἱ ἡμέραι μου εἶναι ματαιότης.
17
Τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὥστε μεγαλύνεις αὐτόν, καὶ βάλλεις τὸν νοῦν σου ἐπ᾿ αὐτόν;
18
Καὶ ἐπισκέπτεσαι αὐτὸν κατὰ πᾶσαν πρωΐαν καὶ δοκιμάζεις αὐτὸν κατὰ πᾶσαν στιγμήν;
19
Ἕως πότε δὲν θέλεις συρθῆ ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ δὲν θέλεις μὲ ἀφήσει, ἕως νὰ καταπίω τὸν σίελόν μου;
20
Ἡμάρτησα· τί δύναμαι νὰ κάμω εἰς σέ, διατηρητὰ τοῦ ἀνθρώπου; διὰ τί μὲ ἔθεσας σημάδιόν σου, καὶ εἶμαι βάρος εἰς ἐμαυτόν;
21
Καὶ διὰ τί δὲν συγχωρεῖς τὴν παράβασίν μου καὶ ἀφαιρεῖς τὴν ἀνομίαν μου; διότι μετ᾿ ὀλίγον θέλω κοιμᾶσθαι ἐν τῷ χώματι· καὶ τὸ πρωΐ θέλεις μὲ ζητήσει, καὶ δὲν θέλω ὑπάρχει.
← Chapter 6
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 8 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42