bible
ra
🌐 Language
English
Español
Français
Deutsch
Português
Italiano
Nederlands
Русский
中文
日本語
한국어
العربية
Türkçe
Tiếng Việt
ไทย
Indonesia
All Languages
Home
/
Greek
/
greek
/
Job 29
Job 29
greek
← Chapter 28
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 30 →
1
Καὶ ἐξηκολούθησεν ὁ Ἰὼβ τὴν παραβολήν αὑτοῦ καὶ εἶπεν·
2
Ὤ νὰ ἤμην ὡς εἰς τοὺς παρελθόντας μῆνας, ὡς ἐν ταῖς ἡμέραις ὅτε ὁ Θεὸς μὲ ἐφύλαττεν·
3
ὅτε ὁ λύχνος αὐτοῦ ἔφεγγεν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μου, καὶ διὰ τοῦ φωτὸς αὐτοῦ περιεπάτουν ἐν τῷ σκότει·
4
καθὼς ἤμην ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς ἀκμῆς μου, ὅτε ἡ εὔνοια τοῦ Θεοῦ ἦτο ἐπὶ τὴν σκηνήν μου·
5
ὅτε ὁ Παντοδύναμος ἦτο μετ᾿ ἐμοῦ, καὶ τὰ παιδία μου κύκλῳ μου·
6
ὅτε ἔπλυνον τὰ βήματά μου μὲ βούτυρον, καὶ ὁ βράχος ἐξέχεε δι᾿ ἐμὲ ποταμοὺς ἐλαίου·
7
ὅτε διὰ τῆς πόλεως ἐξηρχόμην εἰς τὴν πύλην, ἡτοίμαζον τὴν καθέδραν μου ἐν τῇ πλατείᾳ!
8
Οἱ νέοι μὲ ἔβλεπον καὶ ἐκρύπτοντο· καὶ οἱ γέροντες ἐγειρόμενοι ἵσταντο.
9
Οἱ ἄρχοντες ἔπαυον ὁμιλοῦντες καὶ ἔβαλλον χεῖρα ἐπὶ τὸ στόμα αὑτῶν.
10
Ἡ φωνή τῶν ἐγκρίτων ἐκρατεῖτο, καὶ ἡ γλῶσσα αὐτῶν ἐκολλᾶτο εἰς τὸν οὐρανίσκον αὐτῶν.
11
Ὅτε τὸ τίον ἤκουε καὶ μὲ ἐμακάριζε, καὶ ὁ ὀφθαλμὸς ἔβλεπε καὶ ἐμαρτύρει ὑπὲρ ἐμοῦ·
12
διότι ἠλευθέρουν τὸν πτωχὸν βοῶντα καὶ τὸν ὀρφανὸν τὸν μή ἔχοντα βοηθόν.
13
Ἡ εὐλογία τοῦ ἀπολλυμένου ἤρχετο ἐπ᾿ ἐμέ· καὶ τὴν καρδίαν τῆς χήρας εὔφραινον.
14
Ἐφόρουν δικαιοσύνην καὶ ἐνεδυόμην τὴν εὐθύτητά μου ὡς ἐπενδύτην καὶ διάδημα.
15
Ἤμην ὀφθαλμὸς εἰς τὸν τυφλὸν καὶ ποῦς εἰς τὸν χωλὸν ἐγώ.
16
Ἤμην πατήρ εἰς τοὺς πτωχούς, καὶ τὴν δίκην τὴν ὁποίαν δὲν ἐγνώριζον ἐξιχνίαζον.
17
Καὶ συνέτριβον τοὺς κυνόδοντας τοῦ ἀδίκου καὶ ἀπέσπων τὸ θήραμα ἀπὸ τῶν ὁδόντων αὐτοῦ.
18
Τότε ἔλεγον, θέλω ἀποθάνει ἐν τῇ φωλεᾷ μου καὶ ὡς τὴν ἄμμον θέλω πολλαπλασιάσει τὰς ἡμέρας μου.
19
Ἡ ῥίζα μου ἦτο ἀνοικτή πρὸς τὰ ὕδατα, καὶ ἡ δρόσος διενυκτέρευεν ἐπὶ τῶν κλάδων μου.
20
Ἡ δόξα μου ἀνενεοῦτο ἐν ἐμοί, καὶ τὸ τόξον μου ἐκρατύνετο ἐν τῇ χειρὶ μου.
21
Μὲ ἠκροάζοντο προσέχοντες καὶ εἰς τὴν συμβουλήν μου ἐσιώπων.
22
Μετὰ τοὺς λόγους μου δὲν προσέθετον οὐδέν, καὶ ἡ ὁμιλία μου ἐστάλαζεν ἐπ᾿ αὐτούς.
23
Καὶ μὲ περιέμενον ὡς τὴν βροχήν· καὶ ἦσαν κεχηνότες ὡς διὰ τὴν ὄψιμον βροχήν.
24
Ἐγέλων πρὸς αὐτούς, καὶ δὲν ἐπίστευον· καὶ τὴν φαιδρότητα τοῦ προσώπου μου δὲν ἄφινον νὰ πέσῃ.
25
Ἐὰν ἠρεσκόμην εἰς τὴν ὁδὸν αὐτῶν, ἐκαθήμην πρῶτος, καὶ κατεσκήνουν ὡς βασιλεὺς ἐν τῷ στρατεύματι, ὡς ὁ παρηγορῶν τοὺς τεθλιμμένους.
← Chapter 28
Jump to:
Chapter 1
Chapter 2
Chapter 3
Chapter 4
Chapter 5
Chapter 6
Chapter 7
Chapter 8
Chapter 9
Chapter 10
Chapter 11
Chapter 12
Chapter 13
Chapter 14
Chapter 15
Chapter 16
Chapter 17
Chapter 18
Chapter 19
Chapter 20
Chapter 21
Chapter 22
Chapter 23
Chapter 24
Chapter 25
Chapter 26
Chapter 27
Chapter 28
Chapter 29
Chapter 30
Chapter 31
Chapter 32
Chapter 33
Chapter 34
Chapter 35
Chapter 36
Chapter 37
Chapter 38
Chapter 39
Chapter 40
Chapter 41
Chapter 42
Chapter 30 →
All chapters:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42